|
Τέλος επιτηδεύματος: Η
κατάργηση ξεκινά από την
περιφέρεια
Η πρώτη και πιο άμεση
ελάφρυνση αφορά το τέλος
επιτηδεύματος.
Από το
φορολογικό έτος 2026,
δηλαδή με εφαρμογή από
το 2027, το τέλος
καταργείται για τις
έδρες και τα
υποκαταστήματα νομικών
προσώπων που βρίσκονται
εκτός Περιφέρειας
Αττικής,
συμπεριλαμβανομένης της
Περιφερειακής Ενότητας
Νήσων της Αττικής.
Για τις επιχειρήσεις που
εξακολουθούν να
υπάγονται στο τέλος στην
Αττική, η κατάργηση θα
γίνει σε δύο στάδια:
μείωση κατά 50%
το 2028 και πλήρης
κατάργηση το 2029.
Η παρέμβαση αφορά
σημαντικό αριθμό
επιχειρήσεων. Το 2025
τέλος επιτηδεύματος
βεβαιώθηκε σε
245.003 νομικά πρόσωπα,
εκ των οποίων τα
121.922, σχεδόν
οι μισές, είχαν έδρα
εκτός Αττικής.
Το δημοσιονομικό κόστος
της κατάργησης εκτιμάται
σε 82 εκατ. ευρώ
το 2027,
138 εκατ. ευρώ
το 2028 και
195 εκατ. ευρώ
το 2029, ενώ
από το 2030
διαμορφώνεται περίπου
στα 201 εκατ.
ευρώ.
Από 800 έως 2.000 ευρώ η
ετήσια ελάφρυνση
Η επίπτωση είναι άμεσα
ορατή στον λογαριασμό
των επιχειρήσεων με έδρα
και υποκαταστήματα στην
περιφέρεια.
Μια εταιρεία με έδρα στη
Λάρισα,
χωρίς υποκατάστημα, που
καταβάλλει σήμερα 800
ευρώ, απαλλάσσεται
πλήρως από το 2027.
Αντίστοιχα, εταιρεία με
έδρα και ένα
υποκατάστημα στη
Θεσσαλονίκη
εξοικονομεί 1.600 ευρώ
ετησίως, ενώ επιχείρηση
με έδρα στο
Ηράκλειο και
δύο υποκαταστήματα σε
Χανιά και Ρέθυμνο
απαλλάσσεται από
συνολική επιβάρυνση
2.000 ευρώ.
Διαφορετική είναι η
εικόνα για επιχειρήσεις
με παρουσία τόσο στην
Αττική όσο και στην
υπόλοιπη Ελλάδα.
Εταιρεία με έδρα στην
Αθήνα και υποκαταστήματα
σε Θεσσαλονίκη και
Πάτρα, που σήμερα
πληρώνει 2.200
ευρώ, θα
επιβαρύνεται με
1.000 ευρώ το 2027,
500 ευρώ το 2028 και
μηδέν από το 2029.
Αντίστοιχα, επιχείρηση
με έδρα στη Θεσσαλονίκη
και υποκατάστημα στην
Αθήνα θα δει την
επιβάρυνση των 1.600
ευρώ να περιορίζεται στα
600 ευρώ το 2027,
στα 300 ευρώ το 2028 και
να μηδενίζεται το 2029.
Επενδύσεις: Οι
αποσβέσεις πέφτουν από
τα 10 στα 6 χρόνια
Το δεύτερο μέτρο έχει
διαφορετική στόχευση: να
δημιουργήσει ισχυρότερο
φορολογικό κίνητρο για
νέες παραγωγικές
επενδύσεις.
Με το σημερινό καθεστώς,
ο μηχανολογικός
εξοπλισμός και τα
μηχανήματα, με εξαίρεση
ηλεκτρονικούς
υπολογιστές και
λογισμικό, αποσβένονται
με συντελεστή
10% ετησίως,
δηλαδή σε διάστημα δέκα
ετών.
Για δαπάνες που
πραγματοποιούνται από
την 1η
Ιανουαρίου 2027,
ο χρόνος απόσβεσης
περιορίζεται στα έξι
χρόνια.
Η νέα κατανομή προβλέπει
απόσβεση 10% το
πρώτο έτος, 10% το
δεύτερο, 15% το τρίτο,
15% το τέταρτο και 25%
σε καθένα από τα δύο
τελευταία έτη.
Δεν πρόκειται για μείωση
του φορολογικού
συντελεστή. Η διαφορά
βρίσκεται στον χρόνο: η
επιχείρηση αναγνωρίζει
νωρίτερα μεγαλύτερο
μέρος της επενδυτικής
δαπάνης, μειώνοντας τα
φορολογητέα κέρδη των
πρώτων ετών.
Επένδυση 100.000 ευρώ:
Πώς αλλάζει η φορολογική
ωφέλεια
Η αλλαγή γίνεται πιο
κατανοητή με ένα απλό
παράδειγμα.
Για μηχανολογικό
εξοπλισμό αξίας
100.000 ευρώ
που αποκτάται το 2027,
το υφιστάμενο καθεστώς
θα οδηγούσε σε απόσβεση
10.000 ευρώ ετησίως. Με
φορολογικό συντελεστή
22%, η αντίστοιχη
φορολογική ωφέλεια
ανέρχεται σε
2.200 ευρώ τον χρόνο.
Με το νέο σύστημα, η
φορολογική ωφέλεια
ανέρχεται σε 2.200 ευρώ
τα δύο πρώτα έτη,
αυξάνεται σε
3.300 ευρώ στα
δύο επόμενα και φτάνει
στα 5.500 ευρώ
καθένα από τα δύο
τελευταία έτη.
Η σημασία του μέτρου
ενισχύεται από το
μέγεθος των επενδύσεων.
Οι ιδιωτικές
επιχειρηματικές
επενδύσεις σε
μηχανολογικό εξοπλισμό
εκτιμάται ότι θα
διαμορφωθούν περίπου στα
9,7 δισ. ευρώ το
2027.
Η δημοσιονομική
επίπτωση, όπως είναι
φυσικό, θα εμφανιστεί
σταδιακά. Η μείωση της
βεβαίωσης φόρου νομικών
προσώπων υπολογίζεται σε
48 εκατ. ευρώ το
2030, 125 εκατ.
το 2031, 299 εκατ. το
2032 και περίπου
530 εκατ. ευρώ το 2033.
Προκαταβολή φόρου: Η
μεγάλη αλλαγή έρχεται
έως το 2034
Το τρίτο μέτρο αφορά ένα
από τα σημαντικότερα
ζητήματα για τη
ρευστότητα των
επιχειρήσεων: την
προκαταβολή φόρου.
Σήμερα τα νομικά πρόσωπα
προκαταβάλλουν
80% του φόρου
που τους αναλογεί. Από
το φορολογικό έτος 2028,
με τις δηλώσεις του
2029, το ποσοστό αρχίζει
να μειώνεται κατά πέντε
ποσοστιαίες μονάδες κάθε
χρόνο.
Η πορεία θα είναι:
75% το 2029
70% το 2030
65% το 2031
60% το 2032
55% το 2033
50% το 2034
Έτσι, η προκαταβολή των
νομικών προσώπων θα
εξισωθεί τελικά με αυτή
των ατομικών
επιχειρήσεων, η οποία
προβλέπεται να έχει ήδη
μειωθεί στο 50%.
Εξαίρεση αποτελούν τα
τραπεζικά
ιδρύματα, για
τα οποία η προκαταβολή
φόρου παραμένει στο
100%.
Τι σημαίνει για μια
επιχείρηση με κέρδη
100.000 ευρώ
Για μια επιχείρηση με
σταθερά ετήσια κέρδη
100.000 ευρώ,
η σταδιακή μείωση της
προκαταβολής κατά πέντε
μονάδες μεταφράζεται σε
όφελος 1.100
ευρώ ετησίως
στις δηλώσεις από το
2029 έως και το 2034.
Το όφελος γίνεται
μεγαλύτερο όταν
αυξάνεται η κερδοφορία.
Εάν τα κέρδη ξεκινούν
από 100.000 ευρώ και
αυξάνονται κατά 10.000
ευρώ κάθε χρόνο, η
μείωση της προκαταβολής
αντιστοιχεί σε
1.210 ευρώ το 2029,
1.430 ευρώ το 2030,
1.650 ευρώ το 2031,
1.870 ευρώ το 2032,
2.090 ευρώ το 2033 και
2.310 ευρώ το
2034.
Μετά την ολοκλήρωση της
μεταρρύθμισης, η
επιχείρηση θα συνεχίσει
να επωφελείται από την
αυξημένη ρευστότητα,
καθώς για κάθε υψηλότερο
επίπεδο κερδών θα
προκαταβάλλει πλέον το
50% και όχι το 80% του
αναλογούντος φόρου.
Το δημοσιονομικό κόστος
του μέτρου εκτιμάται σε
373 εκατ. ευρώ
το 2029 και 394
εκατ. ευρώ το 2030, ενώ
σταδιακά αυξάνεται και
φτάνει περίπου στα
483 εκατ. ευρώ
το 2034.
Τρία μέτρα, διαφορετικό
όφελος για τις
επιχειρήσεις
Το νέο φορολογικό
πλαίσιο δεν αποτελεί μία
ενιαία μείωση φόρων,
αλλά ένα πακέτο τριών
παρεμβάσεων με
διαφορετικό χρονικό
ορίζοντα και διαφορετικό
στόχο.
Η κατάργηση του
τέλους επιτηδεύματος
μειώνει άμεσα το σταθερό
κόστος λειτουργίας. Οι
επιταχυνόμενες
αποσβέσεις
ενισχύουν το κίνητρο για
επενδύσεις και ανανέωση
του παραγωγικού
εξοπλισμού. Και η
μείωση της
προκαταβολής φόρου
απελευθερώνει σταδιακά
κεφάλαια που σήμερα
δεσμεύονται
προκαταβολικά προς το
Δημόσιο.
Το κοινό στοιχείο είναι
ότι η πλήρης επίδραση
των μέτρων δεν θα φανεί
από την πρώτη χρονιά. Το
πακέτο ξεκινά το 2027,
αλλά ολοκληρώνεται
ουσιαστικά σε βάθος
οκταετίας.
Για τις επιχειρήσεις,
επομένως, η αλλαγή δεν
βρίσκεται τόσο στον
ονομαστικό φορολογικό
συντελεστή όσο
στο πότε και με ποιον
τρόπο καταβάλλεται ο
φόρος.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη
σημασία για τις
επενδύσεις και τη
ρευστότητα: λιγότερο
πάγιο φορολογικό κόστος,
ταχύτερη φορολογική
αναγνώριση των
επενδύσεων και μικρότερη
ανάγκη προκαταβολικής
δέσμευσης κεφαλαίων.
|