|
Οι πρόσφατες πιέσεις
στις αγορές, όπως οι
περιορισμοί στις
εξαγορές μεριδίων από
ορισμένα funds
και μια σειρά σημαντικών
εταιρικών χρεοκοπιών,
έχουν ενισχύσει τους
φόβους ότι κρυφοί
κίνδυνοι μπορεί να
μεταδοθούν στο ευρύτερο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Οι ευρωπαϊκές
ρυθμιστικές αρχές ζητούν
περισσότερες πληροφορίες
για τα υποκείμενα
στοιχεία ενεργητικού στα
οποία είναι εκτεθειμένα
τα χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα που εποπτεύουν,
όπως:
στοιχεία για τους
δανειολήπτες,
τις
μεθόδους αποτίμησης,
τις εγγυήσεις που
στηρίζουν τις
επενδύσεις.
Ωστόσο, αξιωματούχοι του
αμερικανικού Υπουργείου
Οικονομικών έχουν
αντιταχθεί σε μια
ευρύτερη ανταλλαγή
δεδομένων,
υποστηρίζοντας ότι οι
πληροφορίες είναι
εμπιστευτικές και ότι
πρόσθετες απαιτήσεις
δημοσιοποίησης θα
δημιουργούσαν περιττό
διοικητικό βάρος για τις
επιχειρήσεις.
«Αντιμετωπίζουμε
αντιστάσεις»
«Αισθανόμαστε κάποια
αντίσταση από ορισμένους
επόπτες σε όλο τον
κόσμο», δήλωσε στο
Reuters
το μέλος του διοικητικού
συμβουλίου της
Deutsche
Bundesbank
Μίχαελ Τόιρερ.
«Υπάρχουν επιχειρήματα
ότι δεν επιτρέπεται να
μοιραστούν αυτές τις
πληροφορίες — ότι
υπάρχουν νομικοί
περιορισμοί. Και στη
συνέχεια υπάρχει η
γενική κριτική ότι
πρόκειται για νέες
απαιτήσεις αναφοράς, ένα
νέο γραφειοκρατικό
βάρος».
Οι συζητήσεις μεταξύ
Αμερικανών και Ευρωπαίων
εποπτών
πραγματοποιήθηκαν σε
διεθνή φόρα,
συμπεριλαμβανομένου του
Financial
Stability
Board
(FSB),
αλλά και άλλων θεσμών.
Εκπρόσωπος του
FSB
ανέφερε ότι τα ελλιπή
δεδομένα και οι
διαφορετικοί ορισμοί
μεταξύ χωρών καθιστούν
δύσκολη τη σύγκριση των
κινδύνων της ιδιωτικής
πίστωσης,
υπογραμμίζοντας την
ανάγκη για μεγαλύτερη
διαφάνεια και κοινά
πρότυπα αναφοράς.
Ορισμένοι Ευρωπαίοι
αξιωματούχοι
προειδοποιούν ότι χωρίς
περισσότερη πληροφόρηση
οι εποπτικές αρχές
μπορεί να αναγκαστούν να
επιβάλουν αυστηρότερες
κεφαλαιακές απαιτήσεις
στις τράπεζες, ώστε να
καλυφθούν πιθανές
ζημιές.
Η
δυσκολία να «δουν μέσα»
στις επενδύσεις private
credit
Οι Ευρωπαίοι επόπτες
ανησυχούν ότι δεν
διαθέτουν επαρκή εικόνα
(«look-through»)
για τα οχήματα ιδιωτικής
πίστωσης, ώστε να
κατανοήσουν πού
βρίσκονται τελικά οι
πραγματικοί κίνδυνοι.
Πρόσφατη ανάλυση της
European
Central
Bank
έδειξε ότι οι άμεσες
εκθέσεις των ευρωπαϊκών
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων παραμένουν
σχετικά περιορισμένες.
Οι τράπεζες της
Ευρωζώνης έχουν
εκτιμώμενη έκθεση
περίπου 62,5
δισ. ευρώ στην
παγκόσμια αγορά
private
credit,
ποσό που αντιστοιχεί
μόλις στο 0,2%
του ενεργητικού τους.
Οι ασφαλιστικές
εταιρείες και τα
συνταξιοδοτικά ταμεία
έχουν αντίστοιχα
εκθέσεις περίπου:
211 δισ. ευρώ
για τις ασφαλιστικές,
52 δισ. ευρώ
για τα συνταξιοδοτικά
ταμεία.
Οι εκθέσεις αυτές είναι
συγκεντρωμένες σε
περιορισμένο αριθμό
μεγάλων
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων, κυρίως στη
Γερμανία, τη Γαλλία και
την Ολλανδία.
Ωστόσο, οι εποπτικές
αρχές θεωρούν ότι μια
συνολική εικόνα δεν
επαρκεί πλέον.
Ο
φόβος της μετάδοσης μέσω
του χρηματοπιστωτικού
συστήματος
Οι ευρωπαϊκές αρχές
ανησυχούν ιδιαίτερα για
την πιθανότητα μετάδοσης
κινδύνων από τις ΗΠΑ.
Υποστηρίζουν ότι οι
κίνδυνοι γίνονται
δυσκολότερο να
εντοπιστούν καθώς τα
στοιχεία private
credit
επανασυσκευάζονται και
μεταφέρονται σε
διαφορετικά τμήματα του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος, συνδέοντας
όλο και περισσότερο:
τράπεζες,
ασφαλιστικές,
συνταξιοδοτικά ταμεία.
«Υπάρχουν διαδοχικά
επίπεδα επενδύσεων —
collateralised
loan
obligations,
leveraged
lending,
αντασφαλίσεις με υψηλή
έκθεση σε στοιχεία
ενεργητικού — και είναι
δυνατό να συνδυαστούν
όλα αυτά», δήλωσε ο
Τόιρερ.
«Αυτό καθιστά τους
υποκείμενους κινδύνους
αδιαφανείς».
Η ΕΚΤ πραγματοποίησε
πρόσφατα προσομοίωση
ενός ακραίου σεναρίου
στις παγκόσμιες αγορές
private
credit
και κατέληξε ότι οι
άμεσες απώλειες για
τράπεζες και επενδυτές
θα ήταν διαχειρίσιμες.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη
ζημία δεν θα προερχόταν
από τα ίδια τα δάνεια
private
credit,
αλλά από ευρύτερες
αναταράξεις στις αγορές
και πτώση των
αποτιμήσεων που θα
μεταδίδονταν σε ολόκληρο
το χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Το συμπέρασμα αυτό
ενίσχυσε τους φόβους των
εποπτών ότι τα συνολικά
στοιχεία έκθεσης
ενδέχεται να υποτιμούν
τους πραγματικούς
κινδύνους.
«Πού βρίσκονται τα
χρήματα; Πού βρίσκεται ο
κίνδυνος; Τι είδους
περιουσιακά στοιχεία
υπάρχουν από πίσω και
πώς αποτιμώνται;»
διερωτήθηκε Ευρωπαίος
αξιωματούχος.
Η
αμερικανική θέση
Στις ΗΠΑ, η αντιπρόεδρος
της Federal
Reserve
για την εποπτεία,
Michelle
Bowman,
δήλωσε τον Μάιο ότι τα
ποσοστά αθέτησης
πληρωμών και απωλειών
από μη τραπεζικά
ιδρύματα θα έπρεπε να
είναι «ασυνήθιστα υψηλά»
για να δημιουργήσουν
πρόβλημα στις τράπεζες.
Παράλληλα, υποστήριξε
ότι τα δάνεια των
τραπεζών προς εταιρείες
private
credit
φαίνεται να είναι
επαρκώς εξασφαλισμένα.
Η αντιπαράθεση για την
ιδιωτική πίστωση
αποτελεί μέρος μιας
ευρύτερης διαφωνίας
μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ
σε θέματα διεθνούς
ασφάλειας, κλιματικής
πολιτικής, εμπορίου,
τεχνολογίας και
χρηματοπιστωτικής
ρύθμισης.
|