|
Το κόστος του κρατικού
δανεισμού γίνεται
βασικός κίνδυνος
Η άνοδος των αποδόσεων
επηρεάζει τις τράπεζες
μέσω περισσότερων του
ενός καναλιών. Από τη
μία πλευρά, η
επιβράδυνση της
οικονομικής
δραστηριότητας και η
αύξηση του κόστους
χρηματοδότησης μπορούν
να περιορίσουν τη ζήτηση
για νέα δάνεια και να
αυξήσουν τις
καθυστερήσεις και τις
αθετήσεις πληρωμών. Από
την άλλη, η άνοδος των
αποδόσεων μειώνει την
αγοραία αξία των
υφιστάμενων ομολόγων στα
χαρτοφυλάκια των
τραπεζών, δημιουργώντας
δυνητικές πιέσεις στους
ισολογισμούς τους.
«Οι αποδόσεις των
ομολόγων φαίνεται να
έχουν ξεπεράσει ένα όριο
που οδήγησε τους
επενδυτές σε
επανεκτίμηση των
θεμελιωδών μεγεθών»,
ανέφερε ο Roberto
Scholtes,
επικεφαλής στρατηγικής
της Singular
Bank.
Ωστόσο, η επίδραση δεν
είναι μονοδιάστατη. Τα
υψηλότερα επιτόκια
μπορούν να ενισχύσουν τα
καθαρά έσοδα από τόκους,
εφόσον οι τράπεζες
καταφέρνουν να αυξάνουν
τα έσοδα από τις
χορηγήσεις ταχύτερα από
το κόστος των καταθέσεων
και της υπόλοιπης
χρηματοδότησής τους.
Οι ευρωπαϊκές εποπτικές
αρχές εκτιμούν ότι, προς
το παρόν, η ενίσχυση των
καθαρών εσόδων από
τόκους αντισταθμίζει σε
μεγάλο βαθμό τις
απώλειες από τα ομόλογα.
Παρ' όλα αυτά, η εξέλιξη
των αποδόσεων και η
διάρκεια της αναταραχής
παραμένουν καθοριστικοί
παράγοντες για την
ανθεκτικότητα του
κλάδου.
Μετά το τριπλασιασμό των
αποτιμήσεων, αυξάνεται η
ευαισθησία
Η πρόσφατη διόρθωση
έρχεται ύστερα από ένα
εντυπωσιακό ράλι τριών
ετών. Από το 2022, οι
ευρωπαϊκές τραπεζικές
μετοχές έχουν περίπου
τριπλασιάσει την αξία
τους, επωφελούμενες από
τα υψηλότερα επιτόκια,
την ισχυρή κερδοφορία
και τη βελτίωση των
κεφαλαιακών τους θέσεων.
Οι μεγάλες αποδόσεις,
ωστόσο, έχουν αυξήσει
και τις προσδοκίες της
αγοράς. Όταν ένας κλάδος
έχει ήδη καταγράψει τόσο
μεγάλη άνοδο, οι
επενδυτές γίνονται πιο
ευαίσθητοι σε ενδείξεις
επιδείνωσης του
οικονομικού
περιβάλλοντος ή σε
κινδύνους που θα
μπορούσαν να περιορίσουν
την κερδοφορία.
Ενδεικτική είναι η
έρευνα διαχειριστών
κεφαλαίων της
Bank
of
America
για τον Σεπτέμβριο,
σύμφωνα με την οποία
καθαρό ποσοστό 25% των
Ευρωπαίων επενδυτών
διατηρούσε υπέρβαρη θέση
σε τραπεζικές μετοχές. Η
συγκέντρωση τοποθετήσεων
στον ίδιο κλάδο μπορεί
να εντείνει τις
πωλήσεις, όταν αλλάζει
το επενδυτικό κλίμα και
αρκετοί διαχειριστές
επιδιώκουν ταυτόχρονα να
μειώσουν την έκθεσή
τους.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές
εποπτικές αρχές
παρακολουθούν πιο στενά
την έκθεση των τραπεζών
στο δημόσιο χρέος. Τα
κρατικά ομόλογα
αντιστοιχούσαν περίπου
στο 13% του ενεργητικού
των τραπεζών στο τέλος
του 2025, γεγονός που
καθιστά τη συμπεριφορά
της αγοράς ομολόγων
σημαντική παράμετρο για
την αξιολόγηση των
κινδύνων του κλάδου.
Οι αναλυτές βλέπουν
πιθανές ευκαιρίες, υπό
προϋποθέσεις
Παρά την ένταση των
πιέσεων, ορισμένοι
μεγάλοι επενδυτικοί
οίκοι εκτιμούν ότι η
διόρθωση ενδέχεται να
δημιουργήσει ευκαιρίες
τοποθέτησης, εφόσον δεν
ακολουθήσει νέα,
σημαντική άνοδος των
αποδόσεων.
Οι στρατηγικοί αναλυτές
της JPMorgan
χαρακτήρισαν την
υποχώρηση των γαλλικών
τραπεζικών μετοχών
πιθανή ευκαιρία αγορών,
υπό την προϋπόθεση ότι
το κόστος δανεισμού δεν
θα αυξηθεί αισθητά
περαιτέρω. Αντίστοιχα, η
Morgan
Stanley
εκτιμά ότι θα
απαιτούνταν παρατεταμένη
μεταβλητότητα στην αγορά
ομολόγων για να πληγούν
ουσιαστικά τα θεμελιώδη
μεγέθη του τραπεζικού
κλάδου.
Η διάκριση είναι
κρίσιμη: μια προσωρινή
αύξηση των αποδόσεων δεν
συνεπάγεται απαραίτητα
ουσιαστική επιδείνωση
της κερδοφορίας. Αν,
όμως, η πίεση στα
ομόλογα παραταθεί, οι
επιπτώσεις στην
οικονομία, στην ποιότητα
των δανείων και στο
κόστος χρηματοδότησης
μπορεί να γίνουν πιο
έντονες.
Στο επίκεντρο τα
αποτελέσματα του τρίτου
τριμήνου
Το επόμενο σημαντικό
τεστ για τον κλάδο θα
είναι οι ανακοινώσεις
αποτελεσμάτων τρίτου
τριμήνου, που
αναμένονται αργότερα
μέσα στον μήνα. Οι
επενδυτές θα αναζητήσουν
ενδείξεις ότι η
πιστωτική επέκταση
διατηρεί τη δυναμική
της, τα καθαρά έσοδα από
τόκους παραμένουν ισχυρά
και η ποιότητα των
δανειακών χαρτοφυλακίων
δεν παρουσιάζει
ουσιαστική επιδείνωση.
Οι στρατηγικοί αναλυτές
της Barclays
εκτιμούν ότι τα
αποτελέσματα θα
επαναφέρουν στο
προσκήνιο την οικονομική
και κεφαλαιακή
ανθεκτικότητα των
τραπεζών, μετά την
πρόσφατη αναταραχή στις
αγορές.
Για την πορεία των
τραπεζικών μετοχών,
επομένως, καθοριστικό
δεν θα είναι μόνο το
ύψος των επιτοκίων, αλλά
και το κατά πόσο οι
τράπεζες μπορούν να
διατηρήσουν την
κερδοφορία τους χωρίς να
αυξηθούν σημαντικά οι
πιστωτικές ζημιές. Εάν
οι αποδόσεις
σταθεροποιηθούν και τα
αποτελέσματα
επιβεβαιώσουν τις
θετικές προοπτικές, η
διόρθωση μπορεί να
αποδειχθεί διαχειρίσιμη.
Αντίθετα, μια νέα
κλιμάκωση της γαλλικής
δημοσιονομικής κρίσης θα
μπορούσε να παρατείνει
την πίεση σε έναν κλάδο
που έχει ήδη
προεξοφλήσει μεγάλο
μέρος της ανάκαμψής του.
|