|
Παρά τη διόρθωση, ο
κλάδος παραμένει οριακά
αρνητικός από την αρχή
του έτους, με τη
Citi
να διατηρεί σύσταση «overweight»,
θεωρώντας ότι η
μεταβλητότητα δημιουργεί
εκ νέου σημεία εισόδου
σε έναν κλάδο με ισχυρή
ανθεκτικότητα.
Η αισιοδοξία της
Citi
στηρίζεται κυρίως στις
προοπτικές κερδοφορίας.
Το 79% των ευρωπαϊκών
τραπεζών ξεπέρασε τις
εκτιμήσεις για τα
αποτελέσματα του
τέταρτου τριμήνου του
2025, οδηγώντας σε κύκλο
αναβαθμίσεων για τα
κέρδη ανά μετοχή.
Παράλληλα, οι αγορές
προεξοφλούν πλέον δύο
αυξήσεις επιτοκίων από
την ΕΚΤ μέσα στο 2026,
εξέλιξη που αναμένεται
να ενισχύσει τα καθαρά
έσοδα από τόκους και την
απόδοση ιδίων κεφαλαίων.
Μετά τη διόρθωση, το
κόστος ιδίων κεφαλαίων
έχει επανέλθει σε πιο
«ισορροπημένα» επίπεδα,
γεγονός που, σύμφωνα με
την Citi,
προσφέρει μεγαλύτερο
περιθώριο ασφαλείας για
τις αποτιμήσεις σε σχέση
με τα υψηλά του 2025.
Στο επενδυτικό
χαρτοφυλάκιο προτίμησης,
η Citi
ξεχωρίζει τις
HSBC,
NatWest
και Société
Générale,
λόγω ισχυρής κεφαλαιακής
θέσης και υψηλής
ευαισθησίας στα
επιτόκια. Παράλληλα,
αναβαθμίζει τη
Lloyds
Banking
Group
σε «buy»
και διατηρεί πιο
ουδέτερη στάση για τη
Deutsche
Bank.
Για επενδυτές που
αναζητούν γεωγραφική
διαφοροποίηση, θετικά
αξιολογούνται επίσης οι
BBVA,
BNP
Paribas
και Banco
Santander,
οι οποίες αναμένεται να
επωφεληθούν από
αναβαθμίσεις κερδών το
2026.
Ένα ακόμη βασικό
στοιχείο στήριξης του
κλάδου είναι τα υψηλά
επίπεδα πλεονάζοντος
κεφαλαίου στους
ισολογισμούς των
τραπεζών. Η Citi
εκτιμά ότι αυτό θα
κατευθυνθεί προς
επαναγορές μετοχών και
ενίσχυση μερισμάτων,
δημιουργώντας ένα
«μαξιλάρι» για τις
αποτιμήσεις. Παρά το
αυξημένο ενδιαφέρον για
συγχωνεύσεις, παραμένουν
σημαντικά εμπόδια σε
μεγάλες συμφωνίες στην
Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, η
Citi
εμφανίζεται πιο θετική
και για τις αμερικανικές
μετοχές, αναβαθμίζοντάς
τες σε «overweight»
λόγω της σχετικής
ανθεκτικότητάς τους
απέναντι στη γεωπολιτική
αβεβαιότητα, ενώ
υποβαθμίζει τις
αναδυόμενες αγορές σε «neutral».
Ο δείκτης S&P
500 έχει ήδη καλύψει τις
απώλειες από την
πρόσφατη ένταση στη Μέση
Ανατολή, με τη
Citi
να προβλέπει πιθανή
άνοδο έως τις 7.700
μονάδες μέχρι το τέλος
του έτους, εξέλιξη που
αντιστοιχεί σε περίπου
12% περιθώριο ανόδου.
Σε επίπεδο τομέων, οι
αναλυτές αναβαθμίζουν
τις πρώτες ύλες και
υποβαθμίζουν τις
υπηρεσίες επικοινωνίας,
επισημαίνοντας ότι η
αυξανόμενη βαρύτητα της
τεχνολογίας στις
παγκόσμιες αγορές
δυσκολεύει τη διαμόρφωση
ξεκάθαρων τάσεων.
Παρά τις θετικές
εκτιμήσεις, το
ενδεχόμενο επιστροφής σε
ένα ιδανικό «goldilocks»
περιβάλλον με χαμηλό
πληθωρισμό και ισχυρή
ανάπτυξη παραμένει
περιορισμένο, με τις
αγορές να κινούνται σε
πιο σύνθετο και
ευμετάβλητο
μακροοικονομικό σκηνικό.

|