|
Ο φόβος για «αποικισμό»
των αλυσίδων παραγωγής
Στο επίκεντρο των
ανησυχιών βρίσκεται ο
τρόπος με τον οποίο οι
κινεζικές εταιρείες
διεισδύουν στις
ευρωπαϊκές παραγωγικές
αλυσίδες.
Οι Ευρωπαίοι
κατασκευαστές
υποστηρίζουν ότι το
πρόβλημα δεν
περιορίζεται στις
εισαγωγές τελικών
προϊόντων. Η Κίνα αποκτά
ολοένα μεγαλύτερο ρόλο
ως προμηθευτής
εξαρτημάτων, πρώτων υλών
και ενδιάμεσων
προϊόντων, δημιουργώντας
σταδιακά εξάρτηση σε
κρίσιμα τμήματα της
ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Όπως επισημαίνει η
Eurometal,
η κινεζική στρατηγική
δεν αποσκοπεί απλώς στην
πώληση πρώτων υλών στην
Ευρώπη, αλλά στην
κατάκτηση κρίσιμων
σημείων των αλυσίδων
παραγωγής. Η λογική
είναι ότι ο έλεγχος των
εξαρτημάτων και των
βασικών εισροών μπορεί
τελικά να οδηγήσει στον
έλεγχο μεγαλύτερου
τμήματος της συνολικής
αλυσίδας αξίας.
Η ανησυχία αφορά
ιδιαίτερα μέταλλα και
χημικά προϊόντα, τα
οποία χρησιμοποιούνται
σε περίπου 90% της
μεταποιητικής
δραστηριότητας.
Το παράδοξο των
ευρωπαϊκών δασμών
Το πρόβλημα, σύμφωνα με
τους ευρωπαϊκούς
βιομηχανικούς φορείς,
γίνεται ακόμη πιο έντονο
εξαιτίας του τρόπου με
τον οποίο εφαρμόζονται
οι εμπορικοί κανόνες.
Η ΕΕ έχει ήδη κινηθεί
προστατευτικά σε
ορισμένους κλάδους. Το
2024 επέβαλε δασμούς στα
κινεζικά ηλεκτρικά
οχήματα, ενώ τον Ιούνιο
προχώρησε σε αυστηρότερα
μέτρα για τις εισαγωγές
χάλυβα από τρίτες χώρες.
Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι
παραγωγοί υποστηρίζουν
ότι οι κινεζικές
εισαγωγές εξαρτημάτων
δεν αντιμετωπίζουν
αντίστοιχες
επιβαρύνσεις. Την ίδια
στιγμή, οι ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις
επιβαρύνονται με υψηλό
ενεργειακό κόστος,
δασμούς σε ορισμένες
πρώτες ύλες και κόστος
που συνδέεται με την
τιμολόγηση των εκπομπών
άνθρακα.
Έτσι δημιουργείται μια
κατάσταση κατά την οποία
ο Ευρωπαίος παραγωγός
καλείται να ανταγωνιστεί
προϊόντα που
κατασκευάζονται με
χαμηλότερο κόστος και
χωρίς αντίστοιχες
επιβαρύνσεις.
Σε αυτό προστίθεται και
η συναλλαγματική
πολιτική, καθώς η
ισοτιμία του γουάν
ενισχύει, σύμφωνα με
τους ευρωπαϊκούς φορείς,
την ανταγωνιστικότητα
των κινεζικών εξαγωγών.
Γιατί οι επιχειρήσεις
συνεχίζουν να αγοράζουν
από την Κίνα
Παρά την πολιτική
συζήτηση στις Βρυξέλλες
για τη μείωση της
εξάρτησης από την Κίνα,
οι επιχειρήσεις έχουν
ένα πολύ διαφορετικό
κίνητρο: το κόστος.
Οι εταιρείες οφείλουν να
παραμένουν
ανταγωνιστικές και να
προστατεύουν τις
αποδόσεις των μετόχων
τους. Εφόσον τα κινεζικά
εξαρτήματα είναι
φθηνότερα και διαθέσιμα
σε μεγάλη κλίμακα, η
οικονομική λογική συχνά
υπαγορεύει τη συνέχιση
των εισαγωγών.
Αυτό δημιουργεί έναν
φαύλο κύκλο. Όσο
περισσότερο αυξάνεται η
χρήση κινεζικών
εξαρτημάτων, τόσο
μεγαλύτερη γίνεται η
εξάρτηση από τις
κινεζικές αλυσίδες
εφοδιασμού. Και όσο
συρρικνώνεται η
ευρωπαϊκή παραγωγή, τόσο
δυσκολότερο γίνεται να
διατηρηθεί η απαιτούμενη
τεχνογνωσία και
παραγωγική ικανότητα
στην Ευρώπη.
Ο κίνδυνος δεν αφορά
μόνο τις θέσεις εργασίας
Η απώλεια βιομηχανικών
θέσεων εργασίας αποτελεί
μόνο την πιο άμεση
συνέπεια.
Η αποδυνάμωση της
μεταποίησης σημαίνει
ταυτόχρονα απώλεια
παραγωγικής
δυναμικότητας,
επενδύσεων και
τεχνογνωσίας.
Μακροπρόθεσμα μπορεί να
περιορίσει την ικανότητα
της Ευρώπης να παράγει
κρίσιμα προϊόντα στο
εσωτερικό της και να
αυξήσει την εξάρτησή της
από τρίτες χώρες.
Η Eurometal
υποστηρίζει ότι όταν η
παραγωγή μεταφέρεται
εκτός Ευρώπης, δεν
χάνονται μόνο εργοστάσια
και θέσεις εργασίας.
Χάνεται ένα ολόκληρο
οικοσύστημα επενδύσεων,
δεξιοτήτων και
τεχνογνωσίας που
χρειάζεται χρόνια για να
δημιουργηθεί και μπορεί
να είναι εξαιρετικά
δύσκολο να
αποκατασταθεί.
Η προειδοποίηση αποκτά
μεγαλύτερη βαρύτητα
καθώς η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή έχει ήδη
εκτιμήσει ότι το υψηλό
ενεργειακό κόστος και ο
διεθνής ανταγωνισμός θα
μπορούσαν να οδηγήσουν
σε απώλειες άνω του 1
εκατ. θέσεων εργασίας.
Στην
αυτοκινητοβιομηχανία,
άλλωστε, οι πιέσεις
έχουν ήδη γίνει
ιδιαίτερα εμφανείς, με
τη Volkswagen
να έχει επιβεβαιώσει
σημαντικές περικοπές
θέσεων εργασίας.
Η Ευρώπη απέναντι σε ένα
δύσκολο δίλημμα
Η ΕΕ βρίσκεται πλέον
μπροστά σε μια δύσκολη
ισορροπία. Από τη μία
πλευρά θέλει να
περιορίσει τις εμπορικές
ανισορροπίες και να
προστατεύσει τη δική της
βιομηχανική βάση. Από
την άλλη, μια απότομη
κλιμάκωση των εμπορικών
περιορισμών θα μπορούσε
να οδηγήσει σε νέα
αντιπαράθεση με το
Πεκίνο και να αυξήσει το
κόστος για τις
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Το εμπορικό έλλειμμα της
ΕΕ με την Κίνα έχει
φτάσει περίπου στα 360
δισ. ευρώ ετησίως,
επίπεδο που οι
ευρωπαϊκές αρχές θεωρούν
πλέον μη βιώσιμο.
Οι δύο πλευρές έχουν
συμφωνήσει σε έναν νέο
κύκλο συνομιλιών με
στόχο να περιοριστεί η
ένταση και να αποφευχθεί
ένας ευρύτερος εμπορικός
πόλεμος. Παράλληλα, το
Πεκίνο έχει
προειδοποιήσει ότι θα
προχωρήσει σε αντίμετρα
εάν η ΕΕ συνεχίσει να
στοχεύει κινεζικές
εταιρείες και προϊόντα.
Το μεγάλο στοίχημα της
ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Το βασικό ερώτημα για
την Ευρώπη πλέον δεν
είναι μόνο πόσες θέσεις
εργασίας θα χαθούν από
τον κινεζικό
ανταγωνισμό, αλλά εάν η
ευρωπαϊκή βιομηχανία θα
εξακολουθήσει να
διαθέτει την παραγωγική
βάση που απαιτείται για
να παραμείνει
ανταγωνιστική τις
επόμενες δεκαετίες.
Η Ευρώπη καλείται να
αντιμετωπίσει ταυτόχρονα
το υψηλό ενεργειακό
κόστος, την αυστηρότερη
περιβαλλοντική
νομοθεσία, τις αυξημένες
τιμές παραγωγής και την
επιθετική επέκταση των
κινεζικών επιχειρήσεων.
Εάν δεν υπάρξει
αποτελεσματική απάντηση,
ο κίνδυνος δεν
περιορίζεται σε έναν
ακόμη κύκλο βιομηχανικών
απολύσεων. Αφορά την
ίδια τη θέση της Ευρώπης
στις παγκόσμιες αλυσίδες
αξίας.
Και αυτό είναι που κάνει
την προειδοποίηση της
Eurometal
ιδιαίτερα κρίσιμη: η
αποβιομηχάνιση μπορεί να
ξεκινά από μεμονωμένα
εργοστάσια και θέσεις
εργασίας, αλλά όταν
αποκτήσει δυναμική,
μπορεί να εξελιχθεί σε
πολύ ευρύτερη απώλεια
παραγωγικής και
τεχνολογικής ισχύος.
|