|
Ένας βασικός λόγος για
την αυξημένη ευαισθησία
της ευρωπαϊκής
οικονομίας στις τιμές
του φυσικού αερίου είναι
η σημαντική μείωση των
αποθεμάτων μετά από έναν
ιδιαίτερα ψυχρό χειμώνα.
Στα τέλη Μαρτίου, τα
αποθέματα ανέρχονταν
περίπου στο 28% της
συνολικής χωρητικότητας,
επίπεδο χαμηλότερο κατά
περίπου 6 ποσοστιαίες
μονάδες σε σχέση με
πέρυσι. Για να
επιτευχθεί ο στόχος
πλήρωσης στο 80% πριν
από την επόμενη περίοδο
θέρμανσης, απαιτείται
κάλυψη περίπου του μισού
της χωρητικότητας μέσω
εισαγωγών το καλοκαίρι,
μια πρόκληση που
καθίσταται ακόμη
μεγαλύτερη λόγω της
κρίσης στο Ιράν.
Η στρατηγική ενεργειακής
ασφάλειας οφείλει να
γίνει πιο πολυδιάστατη,
τόσο ως προς τη
διαφοροποίηση των πηγών
όσο και ως προς τη
φυσική ασφάλεια των
διαδρομών εφοδιασμού. Η
αξιοποίηση του «Κάθετου
Διαδρόμου», σε συνδυασμό
με την ανάπτυξη νέων
ενεργειακών οδεύσεων,
θεωρείται κρίσιμη για τη
μείωση των σημείων
συμφόρησης. Ενδεικτικά,
εξετάζονται διαδρομές
από τη Σαουδική Αραβία
μέσω Ιορδανίας και
Συρίας, καθώς και η
ενίσχυση των ροών
φυσικού αερίου από την
περιοχή της Κασπίας προς
την Ευρώπη. Για τις
βόρειες χώρες, η αύξηση
της παραγωγής στη Βόρεια
Θάλασσα αποτελεί επίσης
βασική επιλογή.
Η τρέχουσα κρίση
αναδεικνύει τους
κινδύνους της εξάρτησης
από εισαγωγές, ιδίως
όταν αυτές διέρχονται
από γεωπολιτικά
ευαίσθητα σημεία.
Συνεπώς, η μείωση της
έκθεσης στις
διακυμάνσεις των διεθνών
τιμών φυσικού αερίου και
η περιορισμένη εξάρτηση
από υδρογονάνθρακες
αποτελούν βασικούς
στόχους πολιτικής.
Σε βραχυπρόθεσμο
επίπεδο, προτείνεται η
λήψη προσωρινών μέτρων
στήριξης για τα πιο
ευάλωτα νοικοκυριά, σε
συνδυασμό με πολιτικές
που μειώνουν τη ζήτηση
φυσικού αερίου. Για
παράδειγμα, η μείωση της
φορολογίας στην
ηλεκτρική ενέργεια αντί
του φυσικού αερίου θα
μπορούσε να περιορίσει
το ενεργειακό κόστος και
να ενισχύσει την
υιοθέτηση ηλεκτροκίνητων
τεχνολογιών, όπως οι
αντλίες θερμότητας και
τα ηλεκτρικά οχήματα.
Παράλληλα, ο τομέας
ηλεκτροπαραγωγής
διαθέτει περιθώρια
ευελιξίας, καθώς
σημαντικό ανεκμετάλλευτο
δυναμικό παραγωγής από
άνθρακα θα μπορούσε
προσωρινά να περιορίσει
τη χρήση φυσικού αερίου.
Σε μεσοπρόθεσμο
ορίζοντα, καθίσταται
αναγκαία η επιτάχυνση
των επενδύσεων σε
ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας και πυρηνική
ενέργεια. Η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή εκτιμά ότι
απαιτούνται επενδύσεις
της τάξης των 660 δισ.
ευρώ ετησίως έως το 2030
για την ενεργειακή
μετάβαση,
συμπεριλαμβανομένων
έργων όπως οι μικροί
αρθρωτοί πυρηνικοί
αντιδραστήρες. Ήδη, η
συμμετοχή των ΑΠΕ στην
ηλεκτροπαραγωγή έχει
αυξηθεί σημαντικά,
φτάνοντας το 48% το
2025, ενώ η πυρηνική
ενέργεια ανέρχεται στο
23%. Ιδιαίτερα σημαντική
είναι η εξέλιξη ότι η
ηλιακή και η αιολική
ενέργεια ξεπέρασαν για
πρώτη φορά τα ορυκτά
καύσιμα, καλύπτοντας το
30% της συνολικής
παραγωγής.
Συνολικά, η κρίση
λειτουργεί ως καταλύτης
για την επιτάχυνση της
ενεργειακής μετάβασης,
αναδεικνύοντας την
ανάγκη για ένα πιο
ανθεκτικό,
διαφοροποιημένο και
βιώσιμο ενεργειακό
μοντέλο στην Ευρώπη.


|