|
Η
ένταση στη Μέση Ανατολή
επαναφέρει στο προσκήνιο
τον φόβο ενός νέου
κύματος πληθωρισμού, σε
μια περίοδο που οι
κεντρικές τράπεζες
παγκοσμίως συνεδριάζουν
για να καθορίσουν τη
στάση τους.
Σε
σύγκριση με το 2022,
όταν η ρωσική εισβολή
στην Ουκρανία εκτίναξε
τις τιμές ενέργειας, η
ΕΚΤ βρίσκεται σε πιο
ευνοϊκή θέση. Ωστόσο,
μέρος των υπευθύνων
χάραξης πολιτικής
εξετάζει ήδη το
ενδεχόμενο αύξησης
επιτοκίων, προκειμένου
να περιοριστούν οι
πληθωριστικοί κίνδυνοι,
ενώ άλλοι ανησυχούν
περισσότερο για την
επιβράδυνση της
ανάπτυξης.
Οι
επικαιροποιημένες
προβλέψεις για το τρίτο
τρίμηνο δεν αναμένεται
να δώσουν σαφή εικόνα,
καθώς βασίζονται σε
στοιχεία που συλλέχθηκαν
πριν από την κλιμάκωση
της κρίσης. Αντίθετα,
ιδιαίτερη σημασία θα
έχουν τα εναλλακτικά
σενάρια που θα
συνοδεύουν τις
εκτιμήσεις, καθώς θα
αποτυπώνουν το εύρος των
πιθανών εξελίξεων.
Η
πρόεδρος της ΕΚΤ,
Κριστίν Λαγκάρντ, έχει
καταστήσει σαφές ότι δεν
θα ληφθούν βιαστικές
αποφάσεις,
υπογραμμίζοντας ωστόσο
ότι δεν θα επιτραπεί
επανάληψη των έντονων
πληθωριστικών πιέσεων
του παρελθόντος. Μετά
τις ανακοινώσεις για τα
επιτόκια, αναμένεται να
απαντήσει σε ερωτήσεις
δημοσιογράφων στη
Φρανκφούρτη, πριν
μεταβεί στις Βρυξέλλες
για τη Σύνοδο Κορυφής
της ΕΕ, όπου θα
συζητηθεί εκτενώς η
κατάσταση στο Ιράν.
Παρά τις συστάσεις για
ψυχραιμία, ορισμένοι
αξιωματούχοι αφήνουν
ανοιχτό το ενδεχόμενο
αυξήσεων. Ο Μάντις Μίλερ
εκτιμά ότι η πιθανότητα
ενίσχυσης της
νομισματικής πολιτικής
έχει αυξηθεί, ενώ ο
Πέτερ Καζίμιρ θεωρεί ότι
μια τέτοια κίνηση
ενδέχεται να έρθει
νωρίτερα από ό,τι
αναμένεται. Αντίστοιχα,
η επικεφαλής
οικονομολόγος της BNP
Paribas επισημαίνει ότι
είναι προτιμότερο, σε
αυτή τη φάση, να σταλούν
αυστηρά μηνύματα παρά να
ληφθούν άμεσες
αποφάσεις.
Η
Λαγκάρντ αναμένεται να
τονίσει ότι η σημερινή
συγκυρία διαφέρει
σημαντικά από εκείνη του
2022: η οικονομία δεν
παρουσιάζει
υπερθέρμανση, η αγορά
εργασίας είναι πιο
ισορροπημένη και η
δημοσιονομική πολιτική
δεν είναι ιδιαίτερα
επεκτατική. Επιπλέον, τα
επιτόκια βρίσκονται ήδη
κοντά σε ουδέτερα
επίπεδα, ενώ οι
ενεργειακές προμήθειες
είναι πιο
διαφοροποιημένες και οι
τιμές φυσικού αερίου, αν
και αυξημένες,
παραμένουν χαμηλότερες
σε σχέση με το παρελθόν.
Παρά ταύτα, επιχειρήσεις
και καταναλωτές
εμφανίζονται πιο
ανήσυχοι, καθώς οι
προσδοκίες για τον
πληθωρισμό υπερβαίνουν
ήδη τον στόχο του 2% και
ενδέχεται να ενισχυθούν
περαιτέρω λόγω της
ανόδου των τιμών
ενέργειας.
Η
γενικότερη εικόνα
χαρακτηρίζεται από υψηλή
αβεβαιότητα, με τη
διάρκεια της σύγκρουσης
να αποτελεί καθοριστικό
παράγοντα. Δηλώσεις από
πλευράς ΗΠΑ και Ισραήλ
υποδηλώνουν ότι οι
στρατιωτικές
επιχειρήσεις δεν
πρόκειται να
τερματιστούν άμεσα,
γεγονός που δυσχεραίνει
την πρόβλεψη των
οικονομικών εξελίξεων.
Υπό
αυτές τις συνθήκες, οι
αγορές έχουν ήδη αρχίσει
να αναθεωρούν τις
προσδοκίες τους,
ενσωματώνοντας
περισσότερες αυξήσεις
επιτοκίων τόσο από την
ΕΚΤ όσο και από την
Τράπεζα της Αγγλίας. Η
άνοδος των τιμών του
φυσικού αερίου, μετά τις
επιθέσεις σε ενεργειακές
υποδομές, ενίσχυσε τους
φόβους για πληθωρισμό
και οδήγησε σε πιο
επιθετικές εκτιμήσεις
για τη νομισματική
πολιτική.
Παρότι δεν αναμένονται
άμεσες αλλαγές, το
ενδιαφέρον των επενδυτών
στρέφεται πλέον στις
δηλώσεις των κεντρικών
τραπεζιτών, προκειμένου
να αποκρυπτογραφήσουν
τις επόμενες κινήσεις
τους σε ένα περιβάλλον
που μεταβάλλεται
ταχύτατα.




Πηγή: Bloomberg
|