|
Και όσο πλησιάζουν οι
εκλογές, τόσο μικρότερη
φαίνεται να είναι η
διάθεση των κυβερνήσεων
να παραχωρήσουν
αρμοδιότητες ή να
αναλάβουν το πολιτικό
κόστος δύσκολων αλλαγών.
Από το σχέδιο στην πράξη
υπάρχει μεγάλη απόσταση
Η εικόνα γίνεται ακόμη
πιο ανησυχητική στις πιο
φιλόδοξες
μεταρρυθμίσεις.
Σύμφωνα με το γαλλικό
Institut
Montaigne,
η Ε.Ε. έχει μέχρι σήμερα
νομοθετήσει μόλις για
περίπου 3% των
πιο ριζικών προτάσεων
του Draghi.
Πρόκειται ακριβώς για
τις αλλαγές που θα
μπορούσαν να επηρεάσουν
ουσιαστικά την ευρωπαϊκή
ανταγωνιστικότητα: την
ενιαία αγορά κεφαλαίων,
την ενεργειακή ένωση και
τη δυνατότητα της
Ευρώπης να χρηματοδοτεί
από κοινού στρατηγικές
επενδύσεις.
Το παράδοξο είναι ότι η
ανάγκη για αυτές τις
αλλαγές έχει γίνει
περισσότερο επείγουσα
από ποτέ, ενώ η πολιτική
δυνατότητα υλοποίησής
τους φαίνεται να
περιορίζεται.
Η Ευρώπη βρίσκεται
αντιμέτωπη με έναν διπλό
ανταγωνισμό. Από τη μία
πλευρά, οι ΗΠΑ διατηρούν
σημαντικό προβάδισμα σε
παραγωγικότητα,
τεχνολογία και
επενδύσεις στην τεχνητή
νοημοσύνη. Από την άλλη,
η Κίνα ενισχύει την
παραγωγική της βάση και
πιέζει ολοένα
περισσότερο την
ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Χωρίς μεταρρυθμίσεις, ο
κίνδυνος είναι η Ευρώπη
να βρεθεί παγιδευμένη σε
μια οικονομία
χαμηλότερης ανάπτυξης,
υψηλότερου κόστους και
μεγαλύτερης εξάρτησης
από τρίτες χώρες.
Οι εκλογές στενεύουν το
παράθυρο
Το ευρωπαϊκό εκλογικό
ημερολόγιο έρχεται να
δυσκολέψει ακόμη
περισσότερο την
κατάσταση.
Η Γαλλία
αποτελεί ίσως την πιο
κρίσιμη περίπτωση. Οι
επόμενες εκλογές
αναμένονται τον Απρίλιο
και στις Βρυξέλλες
υπάρχει έντονη
προσπάθεια να
ολοκληρωθεί ο επόμενος
πολυετής προϋπολογισμός
της Ε.Ε. για την περίοδο
2028-2034
πριν από τις γαλλικές
κάλπες.
Ο λόγος είναι προφανής:
μια αλλαγή πολιτικής
κατεύθυνσης στη Γαλλία
θα μπορούσε να επηρεάσει
σημαντικά τις
διαπραγματεύσεις για το
μέλλον της Ευρώπης.
Ο Εθνικός Συναγερμός της
Marine
Le
Pen
δεν ζητά πλέον την έξοδο
της Γαλλίας από την
Ε.Ε., αλλά υποστηρίζει
μικρότερη γαλλική
συνεισφορά στον
ευρωπαϊκό προϋπολογισμό,
εξαιρέσεις από τμήματα
της ευρωπαϊκής
ενεργειακής πολιτικής
και μεγαλύτερο έλεγχο
των εθνικών συνόρων.
Στην Ισπανία,
ο Pedro
Sánchez
έχει προκηρύξει πρόωρες
εκλογές για τις 29
Νοεμβρίου, ενώ εκλογικές
αναμετρήσεις αναμένονται
αργότερα και στην
Ιταλία και την
Πολωνία.
Όσο πλησιάζουν οι
κάλπες, τόσο δυσκολότερο
γίνεται για τις
κυβερνήσεις να
υποστηρίξουν
μεταρρυθμίσεις που
συνεπάγονται
δημοσιονομικές
δεσμεύσεις, μεταφορά
εξουσιών στις Βρυξέλλες
ή αλλαγές που μπορεί να
προκαλέσουν κοινωνικές
αντιδράσεις.
Η Γερμανία κάνει
περισσότερα, αλλά και
εκεί υπάρχουν όρια
Η Γερμανία αποτελεί την
πιο χαρακτηριστική
περίπτωση μιας χώρας που
έχει κινηθεί πιο
επιθετικά, χωρίς όμως να
έχει λύσει το πρόβλημα
της πολιτικής αποδοχής
των μεταρρυθμίσεων.
Η κυβέρνηση του
Friedrich
Merz
χαλάρωσε τους
περιορισμούς του
«φρένου χρέους»,
ανοίγοντας τον δρόμο για
μεγαλύτερες αμυντικές
δαπάνες και
δημιουργώντας ταμείο
500 δισ. ευρώ
για υποδομές.
Παράλληλα, προωθούνται
επενδύσεις στο ηλεκτρικό
δίκτυο και αλλαγές στο
ασφαλιστικό, τη
φορολογία και την αγορά
εργασίας.
Το πρόβλημα είναι ότι οι
Γερμανοί φαίνεται να
αποδέχονται ευκολότερα
τις αυξημένες δημόσιες
δαπάνες από τις
διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις που
συνεπάγονται άμεσο
κόστος.
Περιορισμοί στις
αναρρωτικές άδειες,
αυστηρότεροι κανόνες για
τα κοινωνικά επιδόματα
και σταδιακή αύξηση του
ορίου συνταξιοδότησης
είναι πολύ δυσκολότερο
να περάσουν πολιτικά.
Η άνοδος της
AfD
ενισχύει ακόμη
περισσότερο αυτή την
πίεση. Όπως έχει
επισημάνει ο επικεφαλής
οικονομολόγος της
ING,
Carsten
Brzeski,
οι εκλογικές απώλειες
της CDU
και η άνοδος της
AfD
αποτελούν ένδειξη ότι η
γερμανική κοινωνία δεν
εμφανίζεται ιδιαίτερα
πρόθυμη να στηρίξει ένα
νέο κύμα μεταρρυθμίσεων.
Οι δύο μεγάλες μάχες:
κεφάλαια και ενέργεια
Στην πράξη, δύο είναι τα
μέτωπα στα οποία θα
κριθεί σε μεγάλο βαθμό
αν η Ευρώπη μπορεί να
μετατρέψει τις προτάσεις
Draghi
σε πραγματική αλλαγή:
η ένωση
αποταμιεύσεων και
επενδύσεων και η
ενεργειακή ένωση.
Η Ευρώπη διαθέτει
τεράστια αποταμιευτική
βάση, αλλά αυτή
παραμένει
κατακερματισμένη στα 27
κράτη-μέλη.
Περίπου 35 τρισ.
ευρώ αποταμιεύσεων των
ευρωπαϊκών νοικοκυριών
παραμένουν σε μεγάλο
βαθμό εκτός ευρωπαϊκών
επενδύσεων, με σημαντικό
μέρος των κεφαλαίων να
κατευθύνεται σε αγορές
εκτός Ε.Ε.
Μια πραγματικά ενιαία
αγορά κεφαλαίων θα
μπορούσε να αλλάξει αυτή
την εικόνα,
διοχετεύοντας μεγαλύτερο
μέρος των ευρωπαϊκών
αποταμιεύσεων σε
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις,
υποδομές και νέες
τεχνολογίες.
Παράλληλα, η ενεργειακή
ένωση αποτελεί
προϋπόθεση για να
μειωθεί το κόστος
ενέργειας και να
ενισχυθεί η βιομηχανική
ανταγωνιστικότητα.
Η AI
χρειάζεται φθηνή και
άφθονη ενέργεια
Η ενεργειακή διάσταση
γίνεται ακόμη πιο
σημαντική εξαιτίας της
τεχνητής νοημοσύνης.
Η Ευρώπη θέλει να
συμμετάσχει στην
επενδυτική έκρηξη γύρω
από την AI,
όμως η ανάπτυξη
data
centres
και υποδομών
υπολογιστικής ισχύος
απαιτεί τεράστιες
ποσότητες ηλεκτρικής
ενέργειας.
Η ΕΚΤ εκτιμά ότι η
ταχεία υιοθέτηση της
τεχνητής νοημοσύνης θα
μπορούσε να αυξήσει την
παραγωγικότητα της
ευρωπαϊκής οικονομίας
έως και 4% μέσα
σε μία δεκαετία.
Αυτό, όμως, προϋποθέτει
ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό
σύστημα στο οποίο η
ηλεκτρική ενέργεια
μπορεί να μεταφέρεται
αποτελεσματικά από τη
μία χώρα στην άλλη και
να προσφέρεται σε
ανταγωνιστικές τιμές.
Η Christine
Lagarde
έχει προειδοποιήσει ότι
η Ευρώπη κινδυνεύει είτε
να χάσει το κύμα των
επενδύσεων στην τεχνητή
νοημοσύνη είτε να
καταστεί υπερβολικά
εξαρτημένη από τις ΗΠΑ
και την Κίνα για
κρίσιμες τεχνολογικές
υποδομές και εξαρτήματα.
Το κόστος της
καθυστέρησης
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
για την Ευρώπη δεν είναι
ότι δεν γνωρίζει ποιες
μεταρρυθμίσεις
χρειάζονται.
Το σχέδιο Draghi
έχει ήδη περιγράψει σε
μεγάλο βαθμό το
πρόβλημα: χαμηλή
παραγωγικότητα,
κατακερματισμένη ενιαία
αγορά, υψηλό ενεργειακό
κόστος, περιορισμένη
χρηματοδότηση και
υστέρηση στην
τεχνολογία.
Το πρόβλημα πλέον είναι
η εφαρμογή.
Το ΔΝΤ έχει εκτιμήσει
ότι η πλήρης υλοποίηση
του μεταρρυθμιστικού
προγράμματος θα μπορούσε
να αυξήσει την ευρωπαϊκή
παραγωγικότητα κατά
περίπου 20% σε
μία δεκαετία,
αν και η εκτίμηση
βασίζεται σε σειρά
αισιόδοξων παραδοχών.
Αυτό δείχνει και το
μέγεθος του
διακυβεύματος. Η Ευρώπη
δεν χρειάζεται απλώς να
αυξήσει την ανάπτυξή της
για έναν ή δύο κύκλους.
Χρειάζεται να αλλάξει
την παραγωγική της
δυναμική.
Το παράθυρο μέχρι το
2027
Η Ursula
von
der
Leyen
έχει ήδη αναγνωρίσει την
ανάγκη για ταχύτερη
δράση, τονίζοντας ότι
όπου τα σχέδια
εξυπηρετούν τα
στρατηγικά συμφέροντα
της Ευρώπης, η εφαρμογή
τους πρέπει να
επιταχυνθεί δραστικά.
Το ερώτημα είναι αν αυτό
μπορεί να γίνει πριν από
το τέλος του 2027.
Εάν η Ευρώπη συνεχίσει
με τον σημερινό ρυθμό,
υπάρχει ο κίνδυνος το
σχέδιο Draghi
να παραμείνει
περισσότερο ένας
κατάλογος σωστών
διαπιστώσεων παρά ένα
ολοκληρωμένο πρόγραμμα
οικονομικής αναγέννησης.
Και όσο καθυστερούν η
ενιαία αγορά κεφαλαίων,
η ενεργειακή ένωση, η
εμβάθυνση της ενιαίας
αγοράς και η κοινή
χρηματοδότηση
στρατηγικών επενδύσεων,
τόσο μεγαλώνει το χάσμα
με τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Για την Ευρώπη,
επομένως, το 2027 δεν
είναι απλώς μία
ημερομηνία-ορόσημο.
Είναι το
τελευταίο σημαντικό
παράθυρο για να
αποδείξει ότι μπορεί να
μετατρέψει την
αναγνώριση του
προβλήματος σε
πραγματική οικονομική
αλλαγή.


|