|
Οι αρχικές προβλέψεις
έκαναν λόγο για μια
ανάκαμψη τύπου «V»,
δηλαδή για μια γρήγορη
πτώση της οικονομικής
δραστηριότητας που θα
ακολουθούνταν από εξίσου
γρήγορη επαναφορά.
Ωστόσο, το βασικό
σενάριο πλέον μοιάζει
περισσότερο με «U»,
όπου η οικονομία
παραμένει αδύναμη για
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα και η ανάκαμψη
εξελίσσεται πιο αργά.
Ενδεικτικά, η
Barclays
έχει μειώσει στο μισό
την πρόβλεψή της για την
ανάπτυξη της Ευρώπης το
2026, στο 0,7%, ενώ για
το 2027 αναμένει μόλις
οριακή βελτίωση στο
0,9%.
Στο μέτωπο της
νομισματικής πολιτικής,
οι προσδοκίες έχουν
επίσης αλλάξει
σημαντικά. Πριν από την
κρίση, η πρόεδρος της
ΕΚΤ, Christine
Lagarde,
είχε αφήσει να εννοηθεί
ότι ο κύκλος των
επιτοκίων βρισκόταν
κοντά στην ολοκλήρωσή
του. Σήμερα, οι αγορές
προεξοφλούν νέες
αυξήσεις επιτοκίων,
καθώς η άνοδος των
ενεργειακών τιμών έχει
επαναφέρει τις
πληθωριστικές ανησυχίες.
Ο πληθωρισμός στην
Ευρωζώνη, που πριν από
τον πόλεμο κινούνταν
κοντά στο 1,9%,
εκτινάχθηκε στο 3,2% τον
Μάιο.
Η European
Commission
εκτιμά ότι οι συνέπειες
του ενεργειακού σοκ θα
συνεχίσουν να γίνονται
αισθητές και το 2027,
προβλέποντας ανάπτυξη
1,4% και πληθωρισμό 2,4%
για το επόμενο έτος.
Παράλληλα, ο
Organisation
for
Economic
Co-operation
and
Development
προειδοποιεί ότι ο
πληθωρισμός στην
Ευρωζώνη ενδέχεται να
παραμείνει πάνω από τον
στόχο του 2% για μεγάλο
μέρος του επόμενου
έτους.
Παρά τις δυσκολίες, η
Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει
προβλήματα επάρκειας
ενεργειακών ή άλλων
βασικών αγαθών, κυρίως
επειδή πληρώνει
σημαντικά υψηλότερες
τιμές για να εξασφαλίσει
τις αναγκαίες
προμήθειες. Από τα τέλη
Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή
Ένωση έχει δαπανήσει
επιπλέον περίπου 42 δισ.
ευρώ για ενεργειακές
εισαγωγές, με σχεδόν τα
μισά να αφορούν φυσικό
αέριο. Παράλληλα, έχουν
ανακοινωθεί μέτρα
στήριξης για αγρότες και
επιχειρήσεις που
πλήττονται από το
αυξημένο κόστος
παραγωγής.
Ταυτόχρονα, η Κομισιόν
έχει δώσει μεγαλύτερη
δημοσιονομική ευελιξία
στα κράτη-μέλη,
επιτρέποντας την
υιοθέτηση παρεμβάσεων
που περιορίζουν την
εξάρτηση από τα
εισαγόμενα ορυκτά
καύσιμα και ενισχύουν
την ενεργειακή
αυτονομία.
Ωστόσο, η διαχείριση της
οικονομικής επιβράδυνσης
παραμένει ιδιαίτερα
απαιτητική. Η
καταναλωτική εμπιστοσύνη
έχει επιστρέψει σε
επίπεδα που θυμίζουν την
κρίση του 2022, ενώ η
αύξηση των τιμών αρχίζει
να υπερβαίνει την άνοδο
των μισθών, μειώνοντας
το πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα των
νοικοκυριών. Οι
Ευρωπαίοι καταναλωτές,
έχοντας βιώσει δύο
μεγάλα κύματα
πληθωριστικών πιέσεων
μέσα σε λίγα χρόνια,
εμφανίζονται πλέον πιο
επιφυλακτικοί στις
δαπάνες τους και
περισσότερο ευάλωτοι σε
συνθήκες
στασιμοπληθωρισμού.
Ένα ακόμη ζήτημα είναι
ότι ακόμη και στην
περίπτωση ομαλοποίησης
της κατάστασης στα Στενά
του Ορμούζ, οι τιμές της
ενέργειας δεν αναμένεται
να επιστρέψουν γρήγορα
στα προπολεμικά επίπεδα.
Οι ζημιές στις
ενεργειακές υποδομές, η
σταδιακή επανεκκίνηση
της παραγωγής και η
προσπάθεια πολλών χωρών
να αναπληρώσουν τα
στρατηγικά τους
αποθέματα αναμένεται να
διατηρήσουν τις τιμές σε
σχετικά υψηλά επίπεδα
για μεγάλο διάστημα.
Οι αγορές ενέργειας
προεξοφλούν μεν μια
σταδιακή αποκλιμάκωση
των τιμών πετρελαίου και
φυσικού αερίου από το
2027, ωστόσο οι
προβλέψεις εξακολουθούν
να βρίσκονται αισθητά
υψηλότερα από τα επίπεδα
που επικρατούσαν πριν
από την κρίση. Αυτό
σημαίνει ότι το
ενεργειακό κόστος θα
συνεχίσει να λειτουργεί
ως τροχοπέδη για
οικονομίες που
εξαρτώνται σε μεγάλο
βαθμό από εισαγόμενη
ενέργεια.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, οι
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις
προσαρμόζουν ήδη τις
πολιτικές τους με
ορίζοντα μια
παρατεταμένη περίοδο
πιέσεων, επεκτείνοντας
μέτρα στήριξης και
προετοιμάζοντας τις
οικονομίες τους για μια
κρίση που φαίνεται πως
θα έχει μεγαλύτερη
διάρκεια από ό,τι αρχικά
αναμενόταν.
|