|
Ομως,
όπως και στην Κροατία,
έτσι και στην Ελλάδα
φαίνεται πως η τάση έχει
ξεκινήσει να είναι πλέον
καθοδική, με εξαίρεση
την Αθήνα και μερικές
ακόμα περιοχές, που
θεωρούνται όμως
ανερχόμενες τουριστικά
(και όχι ώριμες, όπως
π.χ. η Κρήτη ή οι
Κυκλάδες). Μάλιστα, κατά
το τέταρτο τρίμηνο του
2025 σημειώθηκε ετήσια
πτώση κατά 4,3%.

Σύμφωνα
με την ανάλυση της
AIRDNA,
οι μεγαλύτερες αυξήσεις
στην προσφορά
καταλυμάτων
παρατηρήθηκαν σε
περιοχές που θεωρούνται
ανερχόμενες, που
κρίνονται και ως μη
κορεσμένες τουριστικά,
καθώς όλο και
περισσότεροι επισκέπτες
αναζητούν τέτοια σημεία
τόσο στην Ελλάδα όσο και
στο εξωτερικό. Στο
πλαίσιο αυτό, το 2025
ξεχώρισαν η Χίος με
αύξηση της προσφοράς
κατά 35,2%, αλλά και ο
Πειραιάς με άνοδο κατά
28,3%. Ειδικά όσον αφορά
τον Πειραιά, θα πρέπει
να επισημανθεί η αύξηση
της προσφοράς μέσω
κατασκευών νέων κτιρίων
ή ανακατασκευών
υφιστάμενων με αλλαγή
χρήσης, με τα καταλύματα
να εντάσσονται σε
οργανωμένα κτίρια
φιλοξενίας. Είναι δηλαδή
περισσότερο θεσμικού
χαρακτήρα η αύξηση αυτή
και πολύ λιγότερο επειδή
αυξήθηκε ο αριθμός των
μεμονωμένων ιδιοκτητών
που αποφάσισαν να
εκμεταλλευτούν το σπίτι
τους μέσω βραχυχρόνιας
μίσθωσης.
Σημαντική άνοδος 25,4%
παρατηρήθηκε το 2025 και
στα καταλύματα της
Καλύμνου, ενώ αύξηση
κατά 21,4% σημείωσε και
η Λέσβος, όπως και η
πόλη της Κατερίνης με
20,4%. Στον αντίποδα, σε
περιοχές πιο
ανεπτυγμένες τουριστικά,
όπως η Κρήτη, η
Σαντορίνη, η Μύκονος και
η Ρόδος, η εικόνα είναι
σχεδόν αμετάβλητη από το
2024. Εξαίρεση αποτελεί
μόνο η Αθήνα, όπου
σημειώθηκε άνοδος κατά
11,1%, σε 14.326 (από
12.886 το 2024), η οποία
οφείλεται στο μέτρο της
απαγόρευσης λειτουργίας
νέων καταλυμάτων στα
τρία πρώτα δημοτικά
διαμερίσματα του Δήμου
Αθηναίων από την 1η
Ιανουαρίου του 2025 και
μετά. Η αλλαγή αυτή
προκάλεσε τη μαζική
αδειοδότηση πολλών
καταλυμάτων προς το
τέλος του 2024,
προκειμένου να
κατοχυρωθεί η σχετική
δυνατότητα αξιοποίησης
μέσω βραχυχρόνιας
μίσθωσης, προκαλώντας
εντέλει την αύξηση.
Σύμφωνα
με έτερη έρευνα της
Prosperty,
που επίσης παρουσιάστηκε
στο χθεσινό συνέδριο,
υπολογίζεται ότι η
Αθήνα, με τα 13.274
καταλύματα βραχυχρόνιας
μίσθωσης που διαθέτει,
κατατάσσεται στη 10η
θέση (με βάση τον αριθμό
των καταλυμάτων) μεταξύ
των μεγάλων πόλεων της
Ευρώπης. Στην κορυφή
βρίσκονται το Λονδίνο με
96.182 και το Παρίσι με
95.461 καταλύματα,
ακολουθεί η Ρώμη με
34.061 καταλύματα, ενώ
πόλεις όπως η Μαδρίτη
και η Λισσαβώνα
διαθέτουν 26.980 και
24.204 καταλύματα
αντιστοίχως, η δε
Βαρκελώνη 19.482.
Ωστόσο,
σύμφωνα με τα στοιχεία
της
Prosperty,
η αναλογία καταλυμάτων
ανά 1.000 κατοίκους
φέρνει την Αθήνα πιο
ψηλά στη σχετική λίστα,
δείγμα της μεγαλύτερης
πυκνότητας διαθέσιμων
ακινήτων. Ειδικότερα,
στην Αθήνα αντιστοιχούν
20 καταλύματα/1.000
κατοίκους, που φέρνουν
την ελληνική πρωτεύουσα
στην τέταρτη θέση
πανευρωπαϊκά, πίσω από
πόλεις όπως η Λισσαβώνα
των 46,7
καταλυμάτων/1.000
κατοίκους, το Παρίσι και
τη Βενετία, ενώ η
Βαρκελώνη διαθέτει 12
καταλύματα/1.000
κατοίκους.
Αντιστοίχως, όπως
φαίνεται, τα καταλύματα
στην Αθήνα δεν
συγκαταλέγονται και
μεταξύ των
αποδοτικότερων, καθώς τα
ετήσια έσοδα δεν
ξεπερνούν τις 8.800 ευρώ
κατά μέσον όρο. Αυτό
οφείλεται κυρίως στις
χαμηλές τιμές και
πληρότητες περιοχών
εκτός του κέντρου της
πόλης, δηλαδή σε σημεία
που δεν έχουν υψηλή
τουριστική ζήτηση.
Αντιθέτως, σε περιοχές
όπως ο Κεραμεικός ή το
Ζάππειο τα ετήσια έσοδα
ανέρχονται σε 33.800
ευρώ, καθώς η μέση
τιμή/διανυκτέρευση
αγγίζει τα 195 και 185
ευρώ αντιστοίχως, ενώ
ακολουθεί η Ακρόπολη με
176 ευρώ/διανυκτέρευση.
Οσον
αφορά το έσοδο ανά
κατάλυμα (Revpar),
η
AIRDNA
καταγράφει μικρές
αυξήσεις σε Κέρκυρα
(4%), Κρήτη (3,3%) και
Ρόδο (1,4%), σε μια
χρονιά που
χαρακτηρίστηκε από
σταθεροποιητικές τάσεις.
Σημαντική εξέλιξη ήταν
και η πτώση κατά 15,6%
που σημειώθηκε στη
Μύκονο, κυρίως λόγω της
μείωσης της μέσης
τιμής/διανυκτέρευση.
Πρόκειται για μια
διόρθωση στην οποία
προχώρησαν οι
ιδιοκτήτες/διαχειριστές
μετά τις υπερβολές του
πρόσφατου παρελθόντος,
καθώς ήταν εμφανές ότι
χωρίς αυτή την κίνηση η
μέση πληρότητα θα
σημείωνε σημαντική
πτώση. Αντιστοίχως,
πτώση κατά 4,1%
καταγράφηκε και στην
Αθήνα λόγω της
σημαντικής ανόδου της
προσφοράς.
Αλλο ένα
συμπέρασμα της έκθεσης
της εταιρείας για το
2025 είναι η σταθερά
υψηλή ζήτηση από το
εξωτερικό. Είναι
χαρακτηριστικό ότι το
90% των επισκεπτών
προέρχεται από το
εξωτερικό, και
συγκεκριμένα κατά 21%
από τις ΗΠΑ, κατά 14%
από το Ην. Βασίλειο,
κατά 13% από τη Γαλλία,
κατά 10% από τη Γερμανία
και κατά 6% από τον
Καναδά.
|