|
Για τον λόγο αυτό, οι
υπεύθυνοι χάραξης
πολιτικής δεν αναμένεται
να λάβουν άμεσες
αποφάσεις σχετικά με τα
επιτόκια στη συνεδρίαση
της επόμενης εβδομάδας.
Ο επικεφαλής
οικονομολόγος της
Goldman
Sachs
για την Ευρώπη,
Jari
Stehn,
σημείωσε ότι υπάρχουν
μεν ορισμένες αναλογίες
με το 2022, αλλά οι
διαφορές είναι
πιθανότατα
σημαντικότερες. Όπως
υπογράμμισε, οι
πρόσφατες εξελίξεις
χρειάζονται στενή
παρακολούθηση, χωρίς
όμως να δικαιολογούν
υπερβολικές συγκρίσεις
με την προηγούμενη
κρίση.
Σε παγκόσμιο επίπεδο,
πολλές κεντρικές
τράπεζες βρίσκονται σε
κατάσταση επιφυλακής
μετά την έκρηξη της
σύγκρουσης στο Ιράν. Οι
αγορές εκτιμούν ότι η
Reserve
Bank
of
Australia
ενδέχεται να αυξήσει τα
επιτόκια την επόμενη
εβδομάδα, ενώ παρόμοια
κίνηση αναμένεται
αργότερα και από την
Bank
of
Japan.
Η εμπειρία της περιόδου
2021–2022 εξακολουθεί να
επηρεάζει τις αποφάσεις
των κεντρικών τραπεζών.
Πολλές νομισματικές
αρχές κατηγορήθηκαν ότι
αντέδρασαν με
καθυστέρηση στην
εκτίναξη του πληθωρισμού
μετά τον πόλεμο στην
Ουκρανία, με την ΕΚΤ να
δέχεται ιδιαίτερη
κριτική για την πιο αργή
αντίδρασή της. Σύμφωνα
με τον Stehn,
το προηγούμενο αυτό
πιθανότατα θα επηρεάσει
τη στάση των υπευθύνων
χάραξης πολιτικής, χωρίς
όμως να οδηγήσει σε
βιαστικές αποφάσεις.
Ομοιότητες και διαφορές
με την ενεργειακή κρίση
του 2022
Η βασική ομοιότητα με το
2022 αφορά την άνοδο των
τιμών ενέργειας. Η
στρατιωτική σύγκρουση
έχει ήδη οδηγήσει το
πετρέλαιο
Brent
πάνω από τα 100 δολάρια
το βαρέλι, ενώ ανοδικά
κινείται και το φυσικό
αέριο. Αν η κατάσταση
παραταθεί, υπάρχει
κίνδυνος ο πληθωρισμός
να κινηθεί πάνω από το
3% μέσα στη χρονιά,
σύμφωνα με εκτιμήσεις
αξιωματούχων της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, σε σύγκριση με
το 2022, τα ενεργειακά
κόστη εξακολουθούν να
βρίσκονται σε σαφώς
χαμηλότερα επίπεδα και
οι προοπτικές θεωρούνται
πιο ευνοϊκές. Ο
επικεφαλής στρατηγικής
της
UniCredit,
Luca
Cazzulani,
σημείωσε ότι το
ενεργειακό μείγμα της
Ευρώπης είναι πλέον
περισσότερο
διαφοροποιημένο, γεγονός
που μειώνει την
πιθανότητα να
παραμείνουν οι τιμές του
φυσικού αερίου υψηλές
για μεγάλο χρονικό
διάστημα.
Ένας ακόμη σημαντικός
παράγοντας είναι το
χαμηλότερο σημείο
εκκίνησης του
πληθωρισμού. Τον
Ιανουάριο του 2022, πριν
από την εισβολή στην
Ουκρανία, ο πληθωρισμός
στην Ευρωζώνη είχε ήδη
φτάσει στο 5,1%,
επηρεασμένος από το
αυξημένο ενεργειακό
κόστος, τις διαταραχές
στις εφοδιαστικές
αλυσίδες και τις
επεκτατικές πολιτικές
που είχαν υιοθετηθεί
μετά την πανδημία
COVID-19.
Σήμερα, σύμφωνα με τα
στοιχεία της
Eurostat,
ο πληθωρισμός στην
Ευρωζώνη
βρίσκεται στο 1,9%,
ελαφρώς κάτω από τον
στόχο του 2% που έχει
θέσει η ΕΚΤ. Παρά το
γεγονός ότι οι
μισθολογικές αυξήσεις
και οι υποκείμενες
πληθωριστικές πιέσεις
παραμένουν σχετικά
υψηλές, το συνολικό
επίπεδο τιμών είναι
σημαντικά πιο
ελεγχόμενο.
Διαφορετικό οικονομικό
και νομισματικό
περιβάλλον
Το διεθνές
μακροοικονομικό
περιβάλλον έχει επίσης
αλλάξει αισθητά σε σχέση
με το 2022. Τότε, πολλές
κυβερνήσεις εφάρμοζαν
έντονα επεκτατικές
δημοσιονομικές πολιτικές
για να στηρίξουν την
ανάκαμψη μετά την
πανδημία. Σήμερα, οι
προϋπολογισμοί
εμφανίζονται πιο
περιοριστικοί, με
εξαίρεση κυρίως τις
αυξημένες δαπάνες της
Γερμανίας για
υποδομές και άμυνα.
Παράλληλα, το επίπεδο
των επιτοκίων είναι ήδη
πολύ υψηλότερο. Στις
αρχές του 2022 το βασικό
επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν
ακόμη αρνητικό, στο
-0,5%, ενώ σήμερα
βρίσκεται περίπου στο
2%, ένα επίπεδο που
θεωρείται ουδέτερο για
την οικονομική
δραστηριότητα. Αυτό
σημαίνει ότι ακόμη και
μια μικρή προσαρμογή θα
μπορούσε να περιορίσει
ενδεχόμενες
πληθωριστικές πιέσεις.
Επιπλέον, η ΕΚΤ δεν
δεσμεύεται πλέον από την
προηγούμενη καθοδήγηση
πολιτικής (forward
guidance),
σύμφωνα με την οποία
έπρεπε πρώτα να
τερματίσει το πρόγραμμα
ποσοτικής χαλάρωσης πριν
εξετάσει αυξήσεις
επιτοκίων. Η ευελιξία
αυτή της επιτρέπει να
αντιδράσει πιο γρήγορα
εάν το απαιτήσουν οι
συνθήκες.
Όπως δήλωσε ο κεντρικός
τραπεζίτης της
Σλοβακίας,
Peter
Kazimir,
η τράπεζα είναι πλέον σε
θέση να κινηθεί ταχύτερα
εφόσον χρειαστεί, ενώ
έχει αντλήσει σημαντικά
μαθήματα από την
εμπειρία της
προηγούμενης κρίσης.
Η επόμενη συνεδρίαση της
ΕΚΤ στις 19 Μαρτίου
πλησιάζει, με τους
υπεύθυνους χάραξης
πολιτικής να εστιάζουν
κυρίως στη διάρκεια του
πολέμου και στο πόσο θα
παραμείνουν αυξημένες οι
τιμές της ενέργειας. Οι
μακροπρόθεσμες
προσδοκίες για τον
πληθωρισμό έχουν
ενισχυθεί, αλλά
εξακολουθούν να
βρίσκονται σημαντικά
χαμηλότερα από τα υψηλά
επίπεδα που καταγράφηκαν
το 2023.
|