|
Η εξέλιξη δεν αποτελεί
αποτέλεσμα ενός
μεμονωμένου παράγοντα,
αλλά συνδυασμό της
ισχυρής δημοσιονομικής
επίδοσης, της
ενεργητικής διαχείρισης
των δανειακών
υποχρεώσεων και της
οικονομικής ανάπτυξης.
Από το 2021, άλλωστε, η
ελληνική οικονομία
καταγράφει ρυθμούς
μεγέθυνσης υψηλότερους
από τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης.
Ανάπτυξη και πρωτογενή
πλεονάσματα στηρίζουν
την αποκλιμάκωση
Για το 2026, η
Alpha
Bank
προβλέπει ότι το
πραγματικό ΑΕΠ θα
αυξηθεί με ρυθμό λίγο
χαμηλότερο του 2%.
Αντίστοιχα, για το 2027
εκτιμά ότι η ελληνική
οικονομία θα συνεχίσει
να αναπτύσσεται ταχύτερα
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο.
Κεντρικό ρόλο στην
αναπτυξιακή δυναμική
αναμένεται να
διαδραματίσουν οι
επενδύσεις, οι οποίες
εκτιμάται ότι θα
διατηρήσουν τη δυναμική
τους ακόμη και μετά την
ολοκλήρωση του Ταμείου
Ανάκαμψης.
Παράλληλα, η
δημοσιονομική πολιτική
εξακολουθεί να
δημιουργεί σημαντικό
περιθώριο για τη μείωση
του χρέους. Το
πρωτογενές πλεόνασμα της
Γενικής Κυβέρνησης
προβλέπεται να
διαμορφωθεί στο 3,6% του
ΑΕΠ το 2026 και στο 3,3%
το 2027.
Ο
συνδυασμός θετικών
πρωτογενών αποτελεσμάτων
και ονομαστικής
οικονομικής ανάπτυξης
επιτρέπει τη μείωση του
λόγου χρέους προς ΑΕΠ,
ενώ περιορίζει παράλληλα
τις ανάγκες νέου
δανεισμού.
Πρόωρες αποπληρωμές 34
δισ. ευρώ έως το 2026
Καθοριστική συμβολή στην
αποκλιμάκωση του
δημόσιου χρέους έχει η
στρατηγική πρόωρης
εξόφλησης δανειακών
υποχρεώσεων.
Σύμφωνα με την Alpha
Bank, οι πρόωρες
αποπληρωμές για την
περίοδο 2022-2026
αναμένεται να ανέλθουν
συνολικά σε 34 δισ.
ευρώ, εκ των οποίων τα
12,8 δισ. ευρώ αφορούν
το 2026.
Η
στρατηγική αυτή
πρόκειται να συνεχιστεί
και τα επόμενα χρόνια,
με την πρόωρη αποπληρωμή
των διμερών δανείων που
χορηγήθηκαν στο πλαίσιο
του πρώτου προγράμματος
στήριξης. Στόχος είναι η
πλήρης εξόφλησή τους έως
το 2031, τουλάχιστον
δέκα χρόνια πριν από την
αρχικά προβλεπόμενη λήξη
τους.
Η
βελτίωση της
δημοσιονομικής εικόνας
έχει ήδη αποτυπωθεί και
στην πιστοληπτική
αξιολόγηση της χώρας. Η
ανάκτηση της επενδυτικής
βαθμίδας το 2023
αποτέλεσε σημαντικό
ορόσημο, ενώ ακολούθησαν
νέες αναβαθμίσεις. Η πιο
πρόσφατη, σύμφωνα με την
ανάλυση της τράπεζας,
ήταν εκείνη της Scope
Ratings τον Οκτώβριο, με
την Ελλάδα να ανεβαίνει
κατά μία βαθμίδα στην
κατηγορία BBB+.
Το
πλεονέκτημα της Ελλάδας
στις αγορές ομολόγων
Ιδιαίτερη σημασία έχει
και η εικόνα των
ελληνικών κρατικών
ομολόγων στις διεθνείς
αγορές. Το περιθώριο
απόδοσης των ελληνικών
τίτλων έναντι των
αντίστοιχων γερμανικών
έχει υποχωρήσει σε
επίπεδα χαμηλότερα από
εκείνα της Γαλλίας και
της Ιταλίας.
Το
στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη βαρύτητα,
καθώς οι δύο
συγκεκριμένες χώρες
διαθέτουν υψηλότερη
πιστοληπτική αξιολόγηση
και χαμηλότερο λόγο
δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ
σε σχέση με την Ελλάδα.
Κατά την Alpha Bank, η
εξέλιξη αποτυπώνει τη
σημασία που αποδίδουν
πλέον οι αγορές όχι μόνο
στο υφιστάμενο ύψος του
δημόσιου χρέους, αλλά
και στις προοπτικές της
δημοσιονομικής πορείας
κάθε χώρας.
Η
Ελλάδα εμφανίζει
σημαντικά πλεονεκτήματα
και στη διάρθρωση των
δανειακών της
υποχρεώσεων. Περίπου το
70% του δημόσιου χρέους
βρίσκεται στα χέρια του
επίσημου τομέα, ενώ,
μετά τις πράξεις
αντιστάθμισης κινδύνου,
το σύνολο του χρέους
είναι ουσιαστικά
προστατευμένο από τον
κίνδυνο μεταβολής των
επιτοκίων.
Επιπλέον, η μέση
διάρκεια ωρίμανσης των
δανειακών υποχρεώσεων
υπερβαίνει τα 18 χρόνια,
περιορίζοντας σημαντικά
τις ανάγκες
αναχρηματοδότησης σε
βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Σημαντικό απόθεμα
ασφαλείας αποτελούν και
τα ταμειακά διαθέσιμα.
Τον Ιούνιο του 2026
ανέρχονταν σε 31 δισ.
ευρώ, ποσό που, σύμφωνα
με την ανάλυση, επαρκεί
για την κάλυψη των
ακαθάριστων
χρηματοδοτικών αναγκών
του Δημοσίου για
διάστημα μεγαλύτερο των
τριών ετών.
Η
δημοσιονομική
αβεβαιότητα στη Γαλλία
και οι επιπτώσεις στην
Ευρώπη
Η
ενίσχυση της ελληνικής
δημοσιονομικής θέσης
αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία σε μια περίοδο
αυξημένης αβεβαιότητας
στις ευρωπαϊκές αγορές
ομολόγων.
Η
άνοδος των ενεργειακών
τιμών, οι πληθωριστικές
πιέσεις και οι
γεωπολιτικές εξελίξεις
έχουν οδηγήσει σε αύξηση
των αποδόσεων των
κρατικών τίτλων. Σύμφωνα
με την Alpha Bank, μετά
την έναρξη του πολέμου
στη Μέση Ανατολή στα
τέλη Φεβρουαρίου, οι
πιέσεις στις ευρωπαϊκές
αγορές εντάθηκαν,
ιδιαίτερα από τον Ιούλιο
και μετά.
Στο
επίκεντρο βρίσκεται η
Γαλλία, όπου η ασθενής
οικονομική ανάπτυξη και
οι δυσκολίες
δημοσιονομικής
προσαρμογής έχουν
επιβαρύνει το κόστος
δανεισμού.
Το
γαλλικό δημόσιο χρέος
προβλέπεται να αυξηθεί
από το 115,7% του ΑΕΠ το
2025 στο 121,7% το 2027,
ενώ το δημοσιονομικό
έλλειμμα εκτιμάται ότι
θα παραμείνει στο 5% του
ΑΕΠ το 2027.
Ενδεικτική της
επιδείνωσης του κλίματος
είναι η πορεία της
διαφοράς απόδοσης μεταξύ
του γαλλικού και του
γερμανικού δεκαετούς
ομολόγου, η οποία στις
αρχές Οκτωβρίου είχε
διευρυνθεί περίπου στις
147 μονάδες βάσης,
φθάνοντας στο υψηλότερο
επίπεδο από το 2012.
Για
την Ελλάδα, η επίδραση
της γαλλικής
δημοσιονομικής
αβεβαιότητας εκτιμάται
ότι θα είναι κυρίως
έμμεση, μέσω της πιθανής
εξασθένησης της
εξωτερικής ζήτησης.
Οι
εξαγωγές ελληνικών
αγαθών προς τη Γαλλία
ανήλθαν το 2025 σε 1,55
δισ. ευρώ,
αντιπροσωπεύοντας το
3,2% του συνόλου των
ελληνικών εξαγωγών.
Παράλληλα, οι
ταξιδιωτικές εισπράξεις
από Γάλλους επισκέπτες
αντιστοιχούσαν στο 5,9%
των συνολικών εσόδων από
τον τουρισμό, ενώ οι
άμεσες γαλλικές
επενδύσεις στην Ελλάδα
διαμορφώθηκαν στα 71
εκατ. ευρώ.
Μικρότερος ο κίνδυνος
μιας νέας κρίσης χρέους
στην ευρωπαϊκή
περιφέρεια
Παρά τις πιέσεις στις
αγορές κρατικών
ομολόγων, η Alpha Bank
εκτιμά ότι οι
πιθανότητες μετάδοσης
μιας δημοσιονομικής
κρίσης σε ολόκληρη την
ευρωπαϊκή περιφέρεια
είναι σήμερα μικρότερες
σε σχέση με την
προηγούμενη δεκαετία.
Η
Ελλάδα, η Πορτογαλία και
η Κύπρος έχουν βελτιώσει
αισθητά τα δημοσιονομικά
τους μεγέθη. Το 2025
κατέγραψαν πλεονάσματα
2%, 0,7% και 3,6% του
ΑΕΠ αντίστοιχα, σε πλήρη
αντίθεση με τη Γαλλία, η
οποία εμφάνισε έλλειμμα
5,1%.
Σημαντικό ρόλο στην
ενίσχυση της
ανθεκτικότητας της
Ευρωζώνης διαδραματίζουν
επίσης τα εργαλεία της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας για την
προστασία της ομαλής
μετάδοσης της
νομισματικής πολιτικής,
καθώς και η έκδοση
κοινού ευρωπαϊκού
χρέους. Οι μηχανισμοί
αυτοί συμβάλλουν στον
περιορισμό του κινδύνου
κατακερματισμού των
αγορών και στην αποτροπή
ακραίων αποκλίσεων στο
κόστος δανεισμού μεταξύ
των κρατών-μελών.
Για
την Ελλάδα, η σημαντική
μείωση του δημόσιου
χρέους, τα υψηλά
πρωτογενή πλεονάσματα
και η ευνοϊκή διάρθρωση
των δανειακών
υποχρεώσεων αποτελούν
πλέον βασικούς
παράγοντες
δημοσιονομικής
θωράκισης.
Η
πιθανή υποχώρηση του
ελληνικού δείκτη χρέους
κάτω από τον αντίστοιχο
της Ιταλίας έως το 2027
θα έχει και ιδιαίτερο
συμβολικό χαρακτήρα,
καθώς θα σηματοδοτήσει
μια σημαντική αλλαγή στη
θέση της χώρας μεταξύ
των πιο υπερχρεωμένων
οικονομιών της
Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το
στοίχημα, ωστόσο, δεν
περιορίζεται στη
βελτίωση της κατάταξης,
αλλά αφορά τη διατήρηση
της δημοσιονομικής
πειθαρχίας και της
αναπτυξιακής δυναμικής
σε βάθος χρόνου.
|