|
Η ώθηση
για αύξηση των δαπανών
συνδέεται άμεσα με τις
δεσμεύσεις που
υιοθετήθηκαν στη σύνοδο
κορυφής του ΝΑΤΟ, όπου
προβλέπεται άνοδος των
βασικών αμυντικών
δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ
έως το 2035. Ωστόσο, το
κρίσιμο ερώτημα δεν
αφορά μόνο το ύψος των
πόρων, αλλά και την
ικανότητα της ευρωπαϊκής
αμυντικής βιομηχανίας να
ανταποκριθεί σε μια τόσο
απότομη διεύρυνση της
ζήτησης.
Η
ευρωπαϊκή παραγωγική
βάση καλείται να
ενισχυθεί σημαντικά σε
τομείς όπως η
αντιαεροπορική άμυνα, τα
πυρομαχικά, τα
ηλεκτρονικά συστήματα
και οι ψηφιακές
υποδομές. Η μελέτη
εκτιμά ότι θα μπορούσε
να δημιουργηθεί
πρόσθετος ετήσιος όγκος
προμηθειών έως και 200
δισ. ευρώ. Ωστόσο, ο
κατακερματισμός
παραμένει έντονος: στην
Ευρώπη λειτουργούν 14
διαφορετικοί τύποι
αρμάτων μάχης, όταν στις
ΗΠΑ περιορίζονται σε
δύο, ενώ στα μαχητικά
αεροσκάφη καταγράφονται
20 τύποι έναντι έξι
αμερικανικών. Η ανάγκη
για μεγαλύτερη
τυποποίηση και
διαλειτουργικότητα
προβάλλει ως προϋπόθεση
εξοικονόμησης πόρων και
επιτάχυνσης της
παραγωγής.
Παράλληλα, η σύγχρονη
μορφή πολέμου μεταβάλλει
ριζικά τις απαιτήσεις.
Τα οπλικά συστήματα δεν
αποτελούν πλέον
αποκλειστικά προϊόντα
βαριάς βιομηχανίας, αλλά
ενσωματώνουν όλο και
περισσότερο λογισμικό,
ψηφιακές εφαρμογές και
δυνατότητες
κυβερνοάμυνας. Ο πόλεμος
στην Ουκρανία ανέδειξε
ότι η ταχύτητα
προσαρμογής, το
χαμηλότερο κόστος και η
επιχειρησιακή συνάφεια
είναι καθοριστικοί
παράγοντες. Στην Ευρώπη,
όμως, οι κύκλοι
προμηθειών συχνά
υπερβαίνουν τα αρχικά
χρονοδιαγράμματα κατά
20% έως 25%, ενώ δεν
είναι σπάνιες οι
υπερβάσεις κόστους της
τάξης του 20% έως 40%.
Η
ενίσχυση της παραγωγής
συνεπάγεται και
σημαντικές ανάγκες σε
ανθρώπινο δυναμικό. Σε
περισσότερες από τις
μισές επιχειρήσεις του
κλάδου εκτιμάται ότι θα
απαιτηθούν άνω των
20.000 επιπλέον
εργαζομένων έως το 2035,
ακόμη και εάν ορισμένα
προγράμματα
καθυστερήσουν. Η εξέλιξη
αυτή θα μπορούσε να
οδηγήσει σε επιλεκτική
αλλά ουσιαστική άνοδο
των αποτιμήσεων των
εταιρειών με ισχυρό
προσανατολισμό στην
άμυνα, υπό την
προϋπόθεση ότι η
αυξημένη ζήτηση θα
συνοδευτεί από
μετασχηματισμό της
προσφοράς.
Η μελέτη
επισημαίνει ότι η αύξηση
των κονδυλίων από μόνη
της δεν αρκεί. Εάν οι
ευρωπαϊκές χώρες δεν
αναμορφώσουν ριζικά τα
μοντέλα προμηθειών και
διαχείρισης εξοπλιστικών
προγραμμάτων, υπάρχει
σοβαρός κίνδυνος οι
πρόσθετοι πόροι να
απορροφηθούν από
γραφειοκρατικές
αγκυλώσεις,
καθυστερήσεις και
τεχνολογική υστέρηση. Ο
χρόνος που μεσολαβεί
σήμερα από την
αναγνώριση μιας
επιχειρησιακής ανάγκης
έως την υπογραφή
σύμβασης μπορεί να
φθάνει τα δύο έως
τέσσερα έτη, διάστημα
που σε ένα περιβάλλον
ταχύτατης τεχνολογικής
εξέλιξης ενδέχεται να
καθιστά το σύστημα
παρωχημένο πριν ακόμη
παραδοθεί.
Μεταξύ
των βασικών προτάσεων
περιλαμβάνονται η
διαφοροποίηση των
διαδικασιών προμηθειών
ανάλογα με το είδος του
εξοπλισμού, η ενίσχυση
των στρατηγικών
τεχνολογικών τομέων σε
ευρωπαϊκό επίπεδο και ο
επανασχεδιασμός των
κινήτρων προς τη
βιομηχανία μέσω
μακροπρόθεσμων συμβάσεων
και επιμερισμού
κινδύνου. Εξίσου κρίσιμη
θεωρείται η αναβάθμιση
της τεχνογνωσίας εντός
των κρατικών δομών, ώστε
τα υπουργεία Άμυνας να
μπορούν να
διαχειρίζονται σύνθετα
έργα με
αποτελεσματικότητα και
διαφάνεια.
Το
κεντρικό συμπέρασμα
είναι σαφές: η
επικείμενη εξοπλιστική
επέκταση δεν αποτελεί
μόνο δημοσιονομική
πρόκληση, αλλά κυρίως
θεσμική και βιομηχανική.
Αν η Ευρώπη κατορθώσει
να μετατρέψει τα 800
δισ. ευρώ ετησίως σε
πραγματικές, σύγχρονες
και επιχειρησιακά
διαθέσιμες δυνατότητες,
θα ενισχύσει ουσιαστικά
τη στρατηγική της
αυτονομία. Σε
διαφορετική περίπτωση, ο
κίνδυνος σπατάλης πόρων
και απώλειας
ανταγωνιστικότητας θα
παραμείνει υπαρκτός.
|