|
Ισχυρή εικόνα της
κυπριακής οικονομίας
Σύμφωνα με τον κ.
Νικολάου, οι βασικοί
δείκτες της κυπριακής
οικονομίας βρίσκονται
σήμερα σε ιδιαίτερα
ευνοϊκό επίπεδο. Ο
πληθωρισμός έχει
ουσιαστικά μηδενιστεί,
το δημόσιο χρέος
κινείται περίπου στο 57%
του ΑΕΠ — αισθητά
χαμηλότερα από τον μέσο
όρο της
Eurozone
που αγγίζει το 89% — ενώ
ο κρατικός
προϋπολογισμός εμφανίζει
πλεόνασμα σταθερά από το
2022.
Παράλληλα, η ίδια η
τράπεζα παρουσιάζει
ισχυρή κεφαλαιακή
επάρκεια και υψηλή
ρευστότητα, με ευνοϊκό
δείκτη κόστους προς
έσοδα και περιορισμένο
πιστωτικό κίνδυνο. Όπως
επισημάνθηκε, η επίδραση
μιας μεταβολής 25
μονάδων βάσης στα
ευρωπαϊκά επιτόκια στα
καθαρά έσοδα από τόκους
υπολογίζεται σήμερα
περίπου στα 16 εκατ.
ευρώ, επίπεδο που
θεωρείται σχετικά
χαμηλό.
Ανθεκτικότητα ακόμη και
σε αλλαγές επιτοκίων
Η διοίκηση της
Bank
of
Cyprus
εκτίμησε ότι ακόμη και
εάν τα επιτόκια αυξηθούν
νωρίτερα από τις
σημερινές προβλέψεις, η
τράπεζα μπορεί να
διατηρήσει υψηλή
κερδοφορία.
Από τη μία πλευρά, ένα
τέτοιο σενάριο θα
ενίσχυε τα έσοδα από το
υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο
δανείων — το οποίο
αποτελείται κυρίως από
δάνεια κυμαινόμενου
επιτοκίου — ενώ από την
άλλη θα δημιουργούσε
επιπλέον κέρδη μέσω των
θέσεων αντιστάθμισης
κινδύνου που έχουν
ληφθεί για την προστασία
των αποτελεσμάτων.
Ταυτόχρονα, ένα
σημαντικό τμήμα των
εσόδων προέρχεται από
δραστηριότητες που δεν
σχετίζονται με τόκους.
Μάλιστα, η συμβολή αυτών
των εργασιών στην
οργανική αύξηση της
κερδοφορίας κατά την
τελευταία τριετία
εκτιμάται περίπου στο
40%.
Περιορισμένη έκθεση στον
τουρισμό
Η διοίκηση εμφανίστηκε
επίσης καθησυχαστική
σχετικά με πιθανές
πιέσεις στον τουριστικό
κλάδο. Τα ανοίγματα προς
τον συγκεκριμένο τομέα
αντιστοιχούν περίπου στο
10% του συνολικού
χαρτοφυλακίου δανείων
του ομίλου, ενώ για την
οικονομία της Κύπρου ο
τουρισμός συνεισφέρει
περίπου το 7% του ΑΕΠ.
Επιπλέον, οι
ξενοδοχειακές
επιχειρήσεις
εμφανίζονται οικονομικά
ενισχυμένες, έχοντας
καταγράψει συνεχόμενα
κερδοφόρα έτη και
ιδιαίτερα ισχυρές
επιδόσεις το 2025,
χρονιά που σημειώθηκε
ιστορικό ρεκόρ αφίξεων
επισκεπτών.
Φιλόδοξη πολιτική
αποδόσεων προς τους
μετόχους
Με βάση το νέο τριετές
επιχειρησιακό σχέδιο, η
τράπεζα θέτει ως βασικό
στόχο τη διατήρηση της
απόδοσης ιδίων κεφαλαίων
πάνω από 20% και την
ετήσια οργανική
δημιουργία κεφαλαίου
ύψους 350–400 μονάδων
βάσης.
Η ισχυρή κερδοφορία των
τελευταίων ετών έχει
δημιουργήσει σημαντικά
κεφαλαιακά αποθέματα, τα
οποία επιτρέπουν
ταυτόχρονα την ανάπτυξη
των εργασιών, την
πραγματοποίηση εξαγορών
και την υψηλή ανταμοιβή
των μετόχων.
Ο κ. Νικολάου
υπογράμμισε ότι η
πολιτική διανομής κερδών
αποτελεί βασική
προτεραιότητα για τη
διοίκηση. Συγκεκριμένα,
για το 2026 προβλέπεται
διανομή του 70% των
καθαρών κερδών, με
δυνατότητα πρόσθετης
διανομής έως 20%. Για τα
έτη 2027 και 2028 η
επιπλέον ανταμοιβή
μπορεί να φθάσει ακόμη
και το 30%.
Στην πράξη, στόχος είναι
να επιστρέφεται στους
μετόχους — μέσω
μερισμάτων και
επαναγορών ιδίων μετοχών
— το σύνολο της ετήσιας
κερδοφορίας, διατηρώντας
παράλληλα τον δείκτη
βασικών ιδίων κεφαλαίων
CET1
πάνω από το 15%.
Εξαγορές και επενδύσεις
στην τεχνολογία
Η τράπεζα διαθέτει αυτή
τη στιγμή κεφαλαιακό
«μαξιλάρι» περίπου 600
εκατ. ευρώ, γεγονός που
της δίνει σημαντική
ευελιξία για νέες
στρατηγικές κινήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό
εξετάζονται εξαγορές με
περιορισμένη κεφαλαιακή
επίδραση — της τάξης
περίπου των 30 μονάδων
βάσης — οι οποίες θα
μπορούσαν να ενισχύσουν
τα μεγέθη και τους
δείκτες αποδοτικότητας
χωρίς να επηρεάσουν την
πολιτική επιστροφής
κεφαλαίου στους
μετόχους.
Σε αυτή τη στρατηγική
εντάσσεται και η περσινή
εξαγορά της
Ethniki
Insurance,
αλλά και η πρόσφατη
συμμετοχή με ποσοστό 25%
στην τεχνολογική
εταιρεία
Wealthyhood.
Η συγκεκριμένη επένδυση
συνοδεύεται από εμπορική
συνεργασία που θα
επιτρέψει στην τράπεζα
να προσφέρει μέσω του
mobile
banking
της μια ευρεία γκάμα
μετοχών και ETFs
σε ιδιώτες πελάτες,
αξιοποιώντας την
πανευρωπαϊκή επενδυτική
πλατφόρμα της εταιρείας.
Ο κ. Νικολάου επισήμανε
ότι η ενίσχυση του
ψηφιακού μετασχηματισμού
αποτελεί προϋπόθεση για
την αποτελεσματική
ανταγωνιστικότητα
απέναντι στις
fintech
εταιρείες. Για τον λόγο
αυτό οι επενδύσεις σε
τεχνολογικές υποδομές θα
αυξηθούν σημαντικά,
φτάνοντας τα 80 εκατ.
ευρώ ετησίως την περίοδο
2026–2028, έναντι
περίπου 50 εκατ. ευρώ
την προηγούμενη τριετία.
Τέλος, η διοίκηση
ξεκαθάρισε ότι δεν
υπάρχει πρόθεση
επέκτασης στην ελληνική
αγορά μέσω δημιουργίας
δικτύου λιανικής
τραπεζικής.
|