|
Στον
τομέα του εμπορίου, η
Ε.Ε. επιχειρεί να
περιορίσει την εξάρτησή
της από τις ΗΠΑ
ενισχύοντας τις σχέσεις
της με άλλες οικονομίες.
Ήδη εντός του έτους
υπέγραψε εμπορικές
συμφωνίες τόσο με την
Ινδία όσο και με το
μπλοκ της Mercosur,
έπειτα από πολυετείς και
επίπονες
διαπραγματεύσεις. Παρότι
οι συμφωνίες αυτές
συνιστούν ένα βήμα
διαφοροποίησης, δεν
μπορούν να
υποκαταστήσουν τον ρόλο
της αμερικανικής αγοράς
στο ευρωπαϊκό εμπόριο
μέσα στην επόμενη
δεκαετία, όπως εκτιμά ο
Carsten Brzeski της ING.
Σύμφωνα
με στοιχεία του
Συμβουλίου της Ε.Ε., η
Ευρωπαϊκή Ένωση και οι
Ηνωμένες Πολιτείες
διατηρούν τη μεγαλύτερη
διμερή εμπορική και
επενδυτική σχέση
παγκοσμίως. Το 2024, η
αξία των ανταλλαγών
αγαθών και υπηρεσιών
ξεπέρασε τα 1,68 τρισ.
ευρώ, αντιστοιχώντας
σχεδόν στο 30% του
παγκόσμιου συνόλου. Οι
ΗΠΑ αποτελούν κορυφαία
εξαγωγική αγορά για
κρίσιμους ευρωπαϊκούς
κλάδους, όπως η
αυτοκινητοβιομηχανία και
τα φαρμακευτικά
προϊόντα, ενώ για τη
Γερμανία παραμένουν ο
σημαντικότερος εμπορικός
εταίρος.
Όπως
σημειώνει ο Brzeski, η
αλληλεξάρτηση αυτή είναι
ασύμμετρη. Η Ευρώπη, με
έντονο εξαγωγικό
προσανατολισμό και
περιορισμένους εγχώριους
πόρους, έχει μεγαλύτερη
ανάγκη τις ΗΠΑ απ’ ό,τι
το αντίστροφο, καθώς η
αμερικανική οικονομία
χαρακτηρίζεται από
μεγαλύτερη αυτάρκεια και
ανθεκτικότητα.
Στον
τομέα της τεχνολογίας,
το χάσμα είναι ακόμη πιο
εμφανές. Η απουσία
ευρωπαϊκών τεχνολογικών
κολοσσών έχει οδηγήσει
την ήπειρο σε έντονη
εξάρτηση από
αμερικανικές εταιρείες
για ψηφιακές υπηρεσίες
και υποδομές. Όπως
επισημαίνει ο Neil
Shearing της Capital
Economics, το ευρωπαϊκό
διαδίκτυο στηρίζεται σε
μεγάλο βαθμό σε
αμερικανικά συστήματα,
χωρίς ουσιαστικούς
εγχώριους ανταγωνιστές
αντίστοιχης κλίμακας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι
ακόμη και η πιο πολύτιμη
ευρωπαϊκή τεχνολογική
εταιρεία, η ASML, έχει
χρηματιστηριακή αξία
περίπου τρεις φορές
μικρότερη από εκείνη της
Tesla, της μικρότερης –
σε όρους αποτίμησης –
εταιρείας των
«Magnificent Seven» στις
ΗΠΑ.
Σε αυτό
το πλαίσιο, ο Γάλλος
πρωθυπουργός ανακοίνωσε
πρόσφατα την απόφαση
κρατικοί αξιωματούχοι να
σταματήσουν τη χρήση του
Zoom και άλλων
αμερικανικών πλατφορμών
τηλεδιάσκεψης,
υιοθετώντας εγχώριο
λογισμικό. Η κίνηση αυτή
αποσκοπεί, μεταξύ άλλων,
στη μείωση των
εξαρτήσεων από μη
ευρωπαϊκούς παρόχους.
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα
με τον Brzeski, η κάλυψη
του τεχνολογικού κενού
θα απαιτούσε τεράστιες
επενδύσεις σε cloud
υποδομές, κέντρα
δεδομένων και ψηφιακές
υπηρεσίες.
Στην
ενέργεια, η Ευρώπη
συνεχίζει την προσπάθεια
απεξάρτησης από τους
ρωσικούς
υδρογονάνθρακες. Μετά τη
ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία, η Ε.Ε. αύξησε
σημαντικά τις εισαγωγές
υγροποιημένου φυσικού
αερίου (LNG) από τις ΗΠΑ
για να καλύψει το
ενεργειακό κενό. Ωστόσο,
η τάση του Donald Trump
να χρησιμοποιεί το
εμπόριο και την ενέργεια
ως εργαλεία πίεσης προς
συμμάχους έχει
αναδιαμορφώσει την
αντίληψη κινδύνου. Ήδη,
στο πλαίσιο εμπορικών
διαπραγματεύσεων, οι
Βρυξέλλες δεσμεύθηκαν
για αγορές αμερικανικών
ενεργειακών προϊόντων
ύψους 750 δισ. δολαρίων.
Το
αμερικανικό LNG κάλυψε
σχεδόν το 25% της
ευρωπαϊκής ζήτησης
φυσικού αερίου το
προηγούμενο έτος, έναντι
μόλις 6% το 2021,
σύμφωνα με τη Wood
Mackenzie. Παρότι η
εξάρτηση αυτή δεν
συγκρίνεται με εκείνη
από τη Ρωσία, παραμένει
ουσιαστική, όπως
επισημαίνει ο Massimo Di
Odoardo της εταιρείας.
Το μερίδιο των ΗΠΑ
αναμένεται μάλιστα να
αυξηθεί περαιτέρω, καθώς
η παραγωγή φυσικού
αερίου στη Νορβηγία, τον
μεγαλύτερο προμηθευτή
της Ε.Ε., παρουσιάζει
πτωτική τάση.
Σε
αντίθεση όμως με το
φυσικό αέριο αγωγών, το
LNG προσφέρει μεγαλύτερη
ευελιξία, καθώς μπορεί
να αντικατασταθεί
ευκολότερα από
προμήθειες άλλων χωρών.
Η διαφοροποίηση των
πηγών, αντί της
εξάρτησης από έναν
μοναδικό προμηθευτή,
αποτελεί μια πιο συνετή
και ανθεκτική
στρατηγική, όπως
καταλήγει ο Di Odoardo.
|