|
Αντίστοιχα, στα
νοικοκυριά με εισόδημα
κάτω από το 60% του
διάμεσου εισοδήματος, το
ποσοστό υποχώρησε από
περίπου 10% σε 7%.
Παρότι η μείωση είναι
μικρότερη σε απόλυτους
αριθμούς, αποτυπώνει τη
διαχρονικά περιορισμένη
πρόσβαση των χαμηλότερων
εισοδηματικών στρωμάτων
στη στεγαστική πίστη.
Τι κρύβεται πίσω από τη
μείωση
Ένα μέρος της υποχώρησης
οφείλεται φυσιολογικά
στην αποπληρωμή παλαιών
δανείων που χορηγήθηκαν
πριν από την οικονομική
κρίση. Ωστόσο, η
συνολική εικόνα
υποδηλώνει και μια
βαθύτερη μεταβολή στη
λειτουργία της αγοράς.
Μετά τη χρηματοπιστωτική
και δημοσιονομική κρίση,
οι τράπεζες υιοθέτησαν
αυστηρότερα κριτήρια
χορηγήσεων, ενώ τα
νοικοκυριά έγιναν πιο
επιφυλακτικά απέναντι
στην ανάληψη
μακροχρόνιου χρέους. Η
απόκτηση κατοικίας μέσω
δανεισμού προϋποθέτει
πλέον υψηλότερη
πιστοληπτική ικανότητα,
σταθερό εισόδημα,
μεγαλύτερη ίδια
συμμετοχή και αυξημένη
οικονομική ασφάλεια.
Ως αποτέλεσμα, η μείωση
των στεγαστικών δανείων
δεν σημαίνει ότι η
επιθυμία για
ιδιοκατοίκηση έχει
περιοριστεί. Αντιθέτως,
δείχνει ότι η πρόσβαση
στη χρηματοδότηση έχει
γίνει δυσκολότερη και
ακριβότερη.
Η αγορά στεγαστικής
πίστης παραμένει πολύ
μικρότερη από το
παρελθόν
Παρά τη σταδιακή
βελτίωση των τελευταίων
ετών, η ελληνική αγορά
στεγαστικών δανείων
εξακολουθεί να βρίσκεται
πολύ χαμηλότερα από τα
επίπεδα πριν από την
κρίση.
Οι εκταμιεύσεις νέων
στεγαστικών δανείων
ανήλθαν σε περίπου 2,6
δισ. ευρώ το 2025, από
1,8 δισ. ευρώ το 2024.
Ωστόσο, τα ποσά αυτά
απέχουν σημαντικά από τα
15,1 δισ. ευρώ που είχαν
χορηγηθεί το 2007, όταν
η τραπεζική
χρηματοδότηση κατοικίας
βρισκόταν στο απόγειό
της.
Η συρρίκνωση της αγοράς
ξεπερνά το 80% σε
σύγκριση με τα προ
κρίσης επίπεδα, γεγονός
που αποτυπώνει τη ριζική
αλλαγή που έχει
συντελεστεί στον τρόπο
χρηματοδότησης της
κατοικίας στην Ελλάδα.
Τα επιτόκια εξακολουθούν
να αποτελούν εμπόδιο
Καθοριστικό ρόλο
διαδραματίζει και το
κόστος δανεισμού. Τα
επιτόκια των νέων
στεγαστικών δανείων στην
Ελλάδα παραμένουν
υψηλότερα από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης.
Κατά την περίοδο
2017-2021 η διαφορά
έφτασε σε ορισμένες
περιπτώσεις το 30%-38%,
ενώ ακόμη και το 2023 το
μέσο επιτόκιο νέων
στεγαστικών δανείων
διαμορφώθηκε στο 4,10%,
επίπεδο που επιβαρύνει
σημαντικά το κόστος
εξυπηρέτησης ενός
δανείου.
Για ένα νοικοκυριό που
επιδιώκει να αποκτήσει
κατοικία, τα υψηλότερα
επιτόκια μεταφράζονται
σε μεγαλύτερες μηνιαίες
δόσεις, υψηλότερο
συνολικό κόστος
χρηματοδότησης και
μικρότερο περιθώριο
απορρόφησης οικονομικών
κραδασμών.
Η νέα πραγματικότητα της
αγοράς κατοικίας
Τα στοιχεία του ΙΟΒΕ
αναδεικνύουν μια
σημαντική διαρθρωτική
αλλαγή: η ιδιοκατοίκηση
στην Ελλάδα εξακολουθεί
να παραμένει υψηλή, αλλά
ολοένα λιγότερο
συνδέεται με ενεργό
τραπεζικό δανεισμό.
Η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί νέες
ανισότητες. Όσοι
διαθέτουν επαρκείς
αποταμιεύσεις,
οικογενειακή στήριξη ή
πρόσβαση σε κληρονομική
περιουσία έχουν
περισσότερες δυνατότητες
να αποκτήσουν κατοικία.
Αντίθετα, τα νεότερα
νοικοκυριά και όσοι
εξαρτώνται από τραπεζική
χρηματοδότηση
αντιμετωπίζουν
μεγαλύτερες δυσκολίες,
ιδιαίτερα σε μια περίοδο
όπου οι τιμές των
ακινήτων και τα ενοίκια
συνεχίζουν να
αυξάνονται.
Με άλλα λόγια, η αγορά
κατοικίας στην Ελλάδα
δεν χαρακτηρίζεται μόνο
από υψηλότερες τιμές,
αλλά και από μια ολοένα
πιο περιορισμένη
πρόσβαση στη στεγαστική
πίστη, γεγονός που
επηρεάζει άμεσα τις
δυνατότητες απόκτησης
κατοικίας για ένα μεγάλο
μέρος των νοικοκυριών.
|