|
Πληθωρισμός και
μακροοικονομικές
προβολές
Οι τελευταίες εκτιμήσεις
δείχνουν ότι ο
πληθωρισμός στην
Ευρωζώνη αναμένεται να
κινηθεί γύρω στο 3% το
2026, να υποχωρήσει στο
2,3% το 2027 και να
προσεγγίσει τον στόχο
του 2% το 2028. Οι
αναθεωρήσεις προς τα
πάνω σε σχέση με
προηγούμενες προβλέψεις
αποδίδονται κυρίως στην
αύξηση του κόστους
ενέργειας, το οποίο
μετακυλίεται σταδιακά σε
τρόφιμα, αγαθά και
υπηρεσίες.
Στην Ελλάδα, οι
πληθωριστικές πιέσεις
παραμένουν υψηλότερες
από τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης, γεγονός που
ενισχύει τη σημασία της
μετάδοσης των επιτοκίων
στο εγχώριο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Δάνεια: άνιση και άμεση
μετάδοση των αυξήσεων
Η αύξηση των επιτοκίων
επηρεάζει κυρίως τα
δάνεια με κυμαινόμενο
επιτόκιο, τα οποία
εξακολουθούν να
αποτελούν σημαντικό
μέρος των υφιστάμενων
χαρτοφυλακίων. Στα
στεγαστικά δάνεια,
περίπου 60%-70%
παραμένει συνδεδεμένο με
το Euribor,
ενώ στα επιχειρηματικά
δάνεια το ποσοστό
κυμαινόμενου επιτοκίου
ξεπερνά το 80%-90%.
Αντίθετα, στα νέα
στεγαστικά δάνεια έχει
επικρατήσει η στροφή
προς σταθερά επιτόκια,
με περίπου 70%-90% των
νέων εκταμιεύσεων να
«κλειδώνεται» για αρκετά
χρόνια, περιορίζοντας
την άμεση έκθεση των
δανειοληπτών σε νέες
αυξήσεις.
Στα καταναλωτικά δάνεια,
οι αυξήσεις περνούν
σταδιακά μέσω
επανεξετάσεων των όρων,
ενώ τα νέα δάνεια
ακριβαίνουν άμεσα, καθώς
το αυξημένο κόστος
χρήματος ενσωματώνεται
στα επιτόκια χορήγησης.
Παράλληλα, τα
πιστοδοτικά κριτήρια
γίνονται πιο αυστηρά,
λόγω αυξημένου
πιστωτικού κινδύνου.
Ενδεικτική επίδραση σε
στεγαστικό δάνειο
Για ένα στεγαστικό
δάνειο ύψους 150.000
ευρώ με διάρκεια 20
ετών, μια αύξηση κατά
0,25% οδηγεί σε άνοδο
της μηνιαίας δόσης
περίπου κατά 18 ευρώ,
ενώ σε ορίζοντα 20ετίας
η συνολική επιβάρυνση
προσεγγίζει τις 4.300
ευρώ. Σε περίπτωση
δεύτερης αύξησης προς το
2,5%, η συνολική
επιβάρυνση σχεδόν
διπλασιάζεται.
Καταθέσεις: περιορισμένη
μετακύλιση
Στις καταθέσεις, η
επίδραση των αυξήσεων
της ΕΚΤ παραμένει
περιορισμένη και χρονικά
καθυστερημένη. Οι απλοί
λογαριασμοί ταμιευτηρίου
εξακολουθούν να
αποδίδουν οριακά
επιτόκια (0,01%-0,30%),
με ελάχιστη άμεση
προσαρμογή.
Αντίθετα, στις
προθεσμιακές καταθέσεις
παρατηρείται σταδιακή
βελτίωση αποδόσεων,
καθώς οι τράπεζες
προσαρμόζουν επιλεκτικά
τα επιτόκια για να
προσελκύσουν ρευστότητα.
Τραπεζικός τομέας:
ενίσχυση εσόδων χωρίς
άμεσους κινδύνους
Για τις τράπεζες, η
άνοδος των επιτοκίων
λειτουργεί θετικά, καθώς
αυξάνει το καθαρό
επιτοκιακό εισόδημα (NII),
δεδομένου ότι μεγάλο
μέρος του δανειακού
χαρτοφυλακίου είναι
συνδεδεμένο με
κυμαινόμενα επιτόκια.
Ενδεικτικά, κάθε αύξηση
κατά 0,25% μπορεί να
ενισχύσει τα έσοδα των
συστημικών τραπεζών κατά
περίπου 70–130 εκατ.
ευρώ σε ετήσια βάση, με
διαφοροποίηση ανάλογα με
τη δομή κάθε ισολογισμού
και την ευαισθησία στα
επιτόκια.
Παρά την πίεση στους
δανειολήπτες, οι
τράπεζες δεν
εμφανίζονται ανήσυχες
για νέα γενιά μη
εξυπηρετούμενων δανείων,
καθώς οι ισολογισμοί
έχουν σημαντικά
εξυγιανθεί και οι
δείκτες «κόκκινων»
δανείων παραμένουν
χαμηλοί.
Συμπέρασμα
Η νέα φάση αυξήσεων
επιτοκίων της ΕΚΤ
εντάσσεται σε μια
προσπάθεια
σταθεροποίησης του
πληθωρισμού. Οι
επιπτώσεις κατανέμονται
άνισα: επιβαρύνουν άμεσα
τους δανειολήπτες με
κυμαινόμενο επιτόκιο,
επηρεάζουν περιορισμένα
τις καταθέσεις και
ενισχύουν βραχυπρόθεσμα
την κερδοφορία των
τραπεζών. Η τελική
ισορροπία για την
οικονομία θα εξαρτηθεί
από τη διάρκεια και την
ένταση του κύκλου
νομισματικής σύσφιξης.
|