|
Η νέα πραγματικότητα του
δημόσιου χρέους
Σύμφωνα με τη
Wall
Street
Journal,
πριν από το 2020 οι
κυβερνήσεις
εξακολουθούσαν
τουλάχιστον να
υπερασπίζονται θεωρητικά
τη δημοσιονομική
πειθαρχία. Από την
πανδημία και μετά, όμως,
σχεδόν κάθε κρίση
αντιμετωπίζεται με νέο
δανεισμό και πρόσθετες
κρατικές δαπάνες.
Στις ΗΠΑ, μετά τα πακέτα
στήριξης της κυβέρνησης
Biden
το 2021, ακολούθησαν οι
νέες φορολογικές
ελαφρύνσεις του
Donald
Trump
το 2025. Το αμερικανικό
έλλειμμα προβλέπεται να
φτάσει φέτος τα 2,1
τρισ. δολάρια, αυξημένο
κατά 16%, ενώ ο
Trump
ζητά αμυντικές
δαπάνες-ρεκόρ ύψους 1,5
τρισ. δολαρίων για το
2027.
Οι αριθμοί αυτοί
εντείνουν την ανησυχία
των αγορών, καθώς οι
επενδυτές καλούνται να
απορροφήσουν ολοένα
μεγαλύτερες εκδόσεις
κρατικού χρέους.
Την περίοδο 2023-2026,
τα αμερικανικά
ελλείμματα
διαμορφώνονται κατά μέσο
όρο στο 6,2% του ΑΕΠ —
επίπεδα εξαιρετικά υψηλά
για περίοδο χωρίς ύφεση
ή πόλεμο. Την
προηγούμενη δεκαετία, ο
αντίστοιχος μέσος όρος
βρισκόταν στο 4,8%.
Παράλληλα, οι
κυβερνήσεις συνεχίζουν
να δίνουν προτεραιότητα
στη στήριξη των
νοικοκυριών απέναντι στο
ενεργειακό κόστος και
τον πληθωρισμό, ακόμη κι
αν αυτό απαιτεί νέο
δανεισμό.
Στην Ιαπωνία, η
πρωθυπουργός
Sanae
Takaichi
άφησε ανοιχτό το
ενδεχόμενο νέου πακέτου
στήριξης για τα
νοικοκυριά λόγω της
ενεργειακής κρίσης,
γεγονός που προκάλεσε
άνοδο στις αποδόσεις των
ιαπωνικών ομολόγων.
Στις ΗΠΑ, ο
Donald
Trump
πρότεινε ακόμη και
προσωρινή αναστολή του
φόρου καυσίμων, μέτρο
που εκτιμάται ότι θα
κόστιζε περίπου 3,5 δισ.
δολάρια τον μήνα.
Ο λαϊκισμός δυσκολεύει
τη δημοσιονομική
πειθαρχία
Η άνοδος λαϊκιστικών ή
πολιτικά πιεσμένων
κυβερνήσεων δυσκολεύει
ακόμη περισσότερο τις
προσπάθειες περιορισμού
των ελλειμμάτων.
Στη Βρετανία, ο
πρωθυπουργός Keir
Starmer
αντιμετωπίζει
αντιδράσεις ακόμη και
μέσα στο κόμμα του για
τη μείωση δαπανών.
Παράλληλα, ο δήμαρχος
του Μάντσεστερ
Andy
Burnham
έχει δηλώσει ότι η χώρα
δεν πρέπει να λειτουργεί
ως «όμηρος των αγορών
ομολόγων», σχόλιο που
αύξησε την ανησυχία των
επενδυτών για τη
βρετανική δημοσιονομική
πορεία.
Ο πληθωρισμός δεν
λειτουργεί πλέον όπως
παλιά
Μέχρι το 2020, οι
περισσότερες μεγάλες
οικονομικές κρίσεις
οδηγούσαν συνήθως σε
αποπληθωριστικές
πιέσεις. Η
παγκοσμιοποίηση, η
άνοδος της Κίνας, η
στεγαστική κρίση και η
ευρωπαϊκή κρίση χρέους
διατηρούσαν χαμηλό τον
πληθωρισμό.
Οι κεντρικές τράπεζες
κρατούσαν τα επιτόκια
σχεδόν στο μηδέν και
αγόραζαν ομόλογα για να
στηρίξουν την οικονομία.
Τα κρατικά ομόλογα
θεωρούνταν ασφαλές
καταφύγιο.
Μετά την πανδημία όμως,
το σκηνικό αντιστράφηκε.
Οι διαταραχές στις
εφοδιαστικές αλυσίδες, ο
πόλεμος στην Ουκρανία,
οι δασμοί, η ενεργειακή
κρίση στη Μέση Ανατολή
και οι γεωπολιτικές
συγκρούσεις άρχισαν να
ενισχύουν αντί να
μειώνουν τον πληθωρισμό.
Η κατάσταση αυτή
δημιουργεί φόβους ότι ο
κόσμος εισέρχεται σε μια
εποχή μόνιμων
πληθωριστικών σοκ, λόγω
γεωπολιτικής αστάθειας,
προστατευτισμού,
ενεργειακών κρίσεων και
ακραίων καιρικών
φαινομένων.
Αν αυτό επιβεβαιωθεί, οι
κεντρικές τράπεζες θα
αναγκάζονται να
διατηρούν υψηλότερα
επιτόκια για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα, κάτι
που μεταβάλλει πλήρως το
επενδυτικό περιβάλλον σε
σχέση με τη δεκαετία
μετά το 2008.
Η αγορά δίνει ακόμη ψήφο
εμπιστοσύνης στη
Fed
Παρά το υψηλό
αμερικανικό χρέος, τους
εμπορικούς δασμούς, την
άνοδο του πετρελαίου και
τις πιέσεις του
Trump
προς τη Fed,
οι αγορές εξακολουθούν
να θεωρούν ότι ο
πληθωρισμός τελικά θα
επιστρέψει κοντά στον
στόχο του 2%.
Αυτό αποτελεί ουσιαστικά
ψήφο εμπιστοσύνης προς
τον νέο επικεφαλής της
Federal
Reserve,
Kevin
Warsh.
Ωστόσο, για να
διατηρηθεί αυτή η
εμπιστοσύνη, ίσως
χρειαστούν υψηλότερα
επιτόκια για μεγαλύτερο
διάστημα από όσο
ανέμεναν τόσο ο ίδιος
όσο και ο Trump.
|