|
Ανάπτυξη 3,2% με
πρωταγωνιστή την τεχνητή
νοημοσύνη
Από το τέλος του 2024,
λίγο πριν από την
επιστροφή του
Trump
στον Λευκό Οίκο, το
αμερικανικό ΑΕΠ έχει
αυξηθεί συνολικά κατά
περίπου 3,2%, σύμφωνα με
τα στοιχεία που
επικαλείται το
BBC.
Η επίδοση αυτή
κατατάσσει τις ΗΠΑ στην
πρώτη θέση μεταξύ των
επτά μεγαλύτερων
προηγμένων οικονομιών
του G7
για το συγκεκριμένο
διάστημα. Ο
ετησιοποιημένος ρυθμός
ανάπτυξης διαμορφώνεται
στο 2,2%.
Η οικονομική
δραστηριότητα
αποδείχθηκε ισχυρότερη
από ό,τι προέβλεπε το
Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο μετά την
ανακοίνωση των
εκτεταμένων αμερικανικών
δασμών στις 2 Απριλίου
2025. Τότε, το Ταμείο
είχε αναθεωρήσει προς τα
κάτω τις προβλέψεις του,
προειδοποιώντας ότι οι
εμπορικοί περιορισμοί θα
μπορούσαν να πλήξουν τις
επενδύσεις και την
κατανάλωση.
Η επίπτωση στην
οικονομία αποδείχθηκε
μικρότερη από την αρχικά
αναμενόμενη, καθώς ο
Trump
περιόρισε σημαντικά τους
δασμούς τους επόμενους
μήνες.
Καθοριστική συμβολή στην
ανάπτυξη έχουν οι
επενδύσεις στην τεχνητή
νοημοσύνη, με τις
μεγάλες τεχνολογικές
εταιρείες να διαθέτουν
τεράστια κεφάλαια για
την κατασκευή κέντρων
δεδομένων και την
ανάπτυξη των απαραίτητων
υποδομών.
Μόνο τον Αύγουστο του
2026, οι δαπάνες για την
κατασκευή data
centers
ανήλθαν σε 5 δισ.
δολάρια, σχεδόν
διπλάσιες σε σύγκριση με
τον μηνιαίο ρυθμό
επενδύσεων κατά την
έναρξη της δεύτερης
θητείας του Trump.
Το ποσό αφορά τις
κατασκευαστικές δαπάνες
και δεν περιλαμβάνει τον
τεχνολογικό εξοπλισμό
που εγκαθίσταται στα
κέντρα δεδομένων.
Η συγκεκριμένη
επενδυτική δραστηριότητα
αποτελεί ισχυρό μοχλό
ανάπτυξης, αλλά
ταυτόχρονα καθιστά την
αμερικανική οικονομία
περισσότερο εκτεθειμένη
σε ενδεχόμενη
επιβράδυνση των δαπανών
για την τεχνητή
νοημοσύνη.
Πληθωρισμός 3,7%: Οι
δασμοί και ο πόλεμος
επιβαρύνουν τις τιμές
Στο μέτωπο του
πληθωρισμού, τα στοιχεία
δεν επιβεβαιώνουν πλήρως
την εικόνα αποκλιμάκωσης
που προβάλλει ο Λευκός
Οίκος. Ο πληθωρισμός
στις ΗΠΑ βρίσκεται στο
3,7%. Παρότι παραμένει
πολύ χαμηλότερα από το
9% που είχε καταγραφεί
το 2022, επί προεδρίας
Joe
Biden,
είναι υψηλότερος από το
3% που είχε παραλάβει ο
Trump
όταν ανέλαβε ξανά την
εξουσία τον Ιανουάριο
του 2025.
Οικονομολόγοι που
επικαλείται το
BBC
εκτιμούν ότι, χωρίς τους
νέους δασμούς, ο
πληθωρισμός θα ήταν
χαμηλότερος. Οι
επιβαρύνσεις στις
εισαγωγές αυξάνουν το
κόστος για τις
επιχειρήσεις, μέρος του
οποίου μεταφέρεται στις
τελικές τιμές που
πληρώνουν οι
καταναλωτές.
Πρόσθετη πίεση έχει
προκαλέσει ο πόλεμος
ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν,
καθώς οι διαταραχές στις
εξαγωγές πετρελαίου και
καυσίμων από τη Μέση
Ανατολή έχουν ενισχύσει
το ενεργειακό κόστος.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί το
ντίζελ, η τιμή του
οποίου στις ΗΠΑ έφτασε
τον Σεπτέμβριο στο
ιστορικό υψηλό των 6,52
δολαρίων ανά γαλόνι. Η
εξέλιξη έχει ευρύτερες
συνέπειες, καθώς το
συγκεκριμένο καύσιμο
χρησιμοποιείται στις
μεταφορές, στη γεωργία
και στη βιομηχανία,
επηρεάζοντας το κόστος
παραγωγής και διανομής.
Ανατιμήσεις
καταγράφονται και σε
βασικά προϊόντα
διατροφής, όπως το
μοσχαρίσιο κρέας και ο
καφές, από την επιστροφή
του Trump
στην εξουσία. Αντίθετα,
οι τιμές των αυγών έχουν
υποχωρήσει.
Οι επιχειρήσεις λιανικής
προειδοποιούν,
παράλληλα, ότι η αύξηση
του ενεργειακού κόστους
ενδέχεται να προκαλέσει
νέες ανατιμήσεις στα
τρόφιμα. Έτσι, ακόμη και
όταν ο πληθωρισμός
αποκλιμακώνεται σε
ορισμένες κατηγορίες, οι
πιέσεις στον
οικογενειακό
προϋπολογισμό παραμένουν
έντονες.
Η μεσαία τάξη χάνει
1.700 δολάρια, παρά την
αύξηση των εισοδημάτων
Η εικόνα είναι λιγότερο
αρνητική όσον αφορά τα
συνολικά εισοδήματα των
νοικοκυριών. Το διάμεσο
ετήσιο εισόδημα στις
ΗΠΑ, προσαρμοσμένο στον
πληθωρισμό, αυξήθηκε
κατά 2,6% το 2025 και
έφτασε τα 87.460
δολάρια, στο υψηλότερο
επίπεδο που έχει
καταγραφεί.
Ωστόσο, η αύξηση του
διάμεσου εισοδήματος δεν
αποτυπώνει από μόνη της
τον τρόπο με τον οποίο
κατανέμονται τα οφέλη
και οι επιβαρύνσεις της
οικονομικής πολιτικής.
Το Institute
on
Taxation
and
Economic
Policy
(ITEP)
εξέτασε τη συνδυαστική
επίδραση των φορολογικών
μειώσεων, της λήξης
πρόσθετων κρατικών
επιδοτήσεων για την
ασφάλιση υγείας και των
αυξημένων ανατιμήσεων,
συμπεριλαμβανομένων
εκείνων που συνδέονται
με τους δασμούς και τον
πόλεμο στο Ιράν.
Σύμφωνα με τους
υπολογισμούς του, τα
νοικοκυριά που ανήκουν
στο μεσαίο εισοδηματικό
20% βρίσκονται το 2026
κατά μέσο όρο σε
δυσμενέστερη οικονομική
θέση κατά περίπου 1.700
δολάρια, σε σύγκριση με
το επίπεδο στο οποίο θα
βρίσκονταν χωρίς τις
συγκεκριμένες αλλαγές.
Για το φτωχότερο 20% των
νοικοκυριών, η
αντίστοιχη επιβάρυνση
υπολογίζεται σε περίπου
750 δολάρια. Στον
αντίποδα, το πλουσιότερο
1% εμφανίζεται να
αποκομίζει μέσο όφελος
12.560 δολαρίων, κυρίως
χάρη στις φορολογικές
μειώσεις.
Το BBC
επισημαίνει ότι οι
εκτιμήσεις του
ITEP
για τις επιπτώσεις των
δασμών στα διαφορετικά
εισοδηματικά στρώματα
κινούνται σε γενικές
γραμμές στην ίδια
κατεύθυνση με εκείνες
του Tax
Foundation.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν
μια βασική αντίφαση της
αμερικανικής οικονομίας:
η συνολική ανάπτυξη και
η αύξηση του διάμεσου
εισοδήματος μπορούν να
συνυπάρχουν με
μεγαλύτερη οικονομική
πίεση για συγκεκριμένες
ομάδες νοικοκυριών,
ανάλογα με το εισόδημα,
τις φορολογικές
επιβαρύνσεις και το
κόστος διαβίωσης.
Η δημιουργία νέων θέσεων
εργασίας επιβραδύνεται
Παρά τις υποσχέσεις του
Trump
ότι οι δασμοί θα
ενίσχυαν την εγχώρια
βιομηχανία και θα
οδηγούσαν σε μαζική
επιστροφή της παραγωγής
στις ΗΠΑ, η αγορά
εργασίας εμφανίζει σαφή
σημάδια επιβράδυνσης.
Από την έναρξη της
δεύτερης προεδρικής
θητείας του, η
αμερικανική οικονομία
δημιουργεί κατά μέσο όρο
34.000 νέες θέσεις
εργασίας τον μήνα.
Πρόκειται για σημαντικά
χαμηλότερη επίδοση σε
σχέση με τις 122.000
θέσεις που
δημιουργούνταν κάθε μήνα
κατά το τελευταίο έτος
της προεδρίας
Biden.
Η μεταποίηση δεν έχει
εμφανίσει την
αναμενόμενη ανάκαμψη.
Τον Σεπτέμβριο του 2026,
ο αριθμός των
εργαζομένων στον
αμερικανικό μεταποιητικό
τομέα ανερχόταν σε 12,6
εκατομμύρια, ελαφρώς
χαμηλότερα από τα
επίπεδα κατά την έναρξη
της δεύτερης θητείας του
Trump.
Παρά τη βραδύτερη
δημιουργία θέσεων
εργασίας, η ανεργία
παραμένει σχετικά
χαμηλή, στο 4,2%,
περίπου στα ίδια επίπεδα
με τον Ιανουάριο του
2025.
Το BBC
αποδίδει μέρος αυτής της
εικόνας στην αυστηρότερη
μεταναστευτική πολιτική
και στις απελάσεις που
έχει προωθήσει η
κυβέρνηση, οι οποίες
περιορίζουν το διαθέσιμο
εργατικό δυναμικό. Όταν
λιγότεροι άνθρωποι
εισέρχονται ή παραμένουν
στην αγορά εργασίας,
απαιτείται μικρότερος
αριθμός νέων θέσεων για
να διατηρηθεί σταθερό το
ποσοστό ανεργίας.
Επομένως, η διατήρηση
χαμηλής ανεργίας δεν
συνεπάγεται απαραίτητα
ότι η αγορά εργασίας
δημιουργεί νέες
ευκαιρίες με τον ίδιο
ρυθμό όπως στο παρελθόν.
Δημοσιονομικό έλλειμμα 2
τρισ. δολαρίων και
ακριβότερα στεγαστικά
δάνεια
Μια ακόμη πρόκληση αφορά
τα δημόσια οικονομικά.
Το ομοσπονδιακό
δημοσιονομικό έλλειμμα
των ΗΠΑ έφτασε τα 2
τρισ. δολάρια κατά το
οικονομικό έτος που
ολοκληρώθηκε τον
Σεπτέμβριο του 2026,
ποσό που αντιστοιχεί
περίπου στο 6% του ΑΕΠ.
Το Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο εκτιμά ότι το
έλλειμμα θα μπορούσε να
ξεπεράσει το 8% του ΑΕΠ
έως το 2030. Στους
παράγοντες που
συμβάλλουν στη διεύρυνσή
του περιλαμβάνονται οι
φορολογικές μειώσεις της
κυβέρνησης, ενώ οι
υψηλές δημόσιες δαπάνες
στηρίζουν ταυτόχρονα την
οικονομική
δραστηριότητα.
Το ΔΝΤ έχει
προειδοποιήσει ότι η
παρατεταμένη εξάρτηση
από τον κρατικό δανεισμό
και η ταχεία αύξηση του
δημόσιου χρέους
ενισχύουν τους κινδύνους
για τη χρηματοπιστωτική
σταθερότητα, με πιθανές
επιπτώσεις και για τα
αμερικανικά νοικοκυριά.
Η επιβάρυνση γίνεται
αισθητή και μέσω του
κόστους δανεισμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της ανάλυσης, η απόδοση
του δεκαετούς
αμερικανικού κρατικού
ομολόγου έχει ξεπεράσει
το 5%, ενώ το επιτόκιο
ενός νέου στεγαστικού
δανείου διάρκειας 30
ετών έχει αυξηθεί στο
7,4%, από 6,9% τον
Ιανουάριο του 2025.
Τα υψηλότερα στεγαστικά
επιτόκια δυσκολεύουν την
αγορά κατοικίας,
ιδιαίτερα για τους νέους
αγοραστές. Παράλληλα,
αρκετοί ιδιοκτήτες
αποφεύγουν να
μετακομίσουν, καθώς η
αγορά νέας κατοικίας θα
μπορούσε να συνεπάγεται
την αντικατάσταση ενός
παλαιότερου δανείου
χαμηλού επιτοκίου με ένα
πολύ ακριβότερο.
Η εξέλιξη αυτή
περιορίζει την
προσιτότητα της
κατοικίας και επιβαρύνει
την οικονομική ευελιξία
των νοικοκυριών, παρά τη
συνολικά θετική πορεία
του ΑΕΠ.
Μια οικονομία με ισχυρή
ανάπτυξη αλλά άνισα
οφέλη
Η ανάλυση του BBC
Verify
σκιαγραφεί μια οικονομία
που διατηρεί σημαντική
αναπτυξιακή δυναμική,
αλλά ταυτόχρονα
αντιμετωπίζει επίμονες
πληθωριστικές πιέσεις,
επιβράδυνση της
απασχόλησης και
αυξανόμενο δημοσιονομικό
κόστος.
Οι επενδύσεις στην
τεχνητή νοημοσύνη
προσφέρουν ισχυρή ώθηση
στο ΑΕΠ, ενώ η χαμηλή
ανεργία και η αύξηση του
διάμεσου εισοδήματος
αποτελούν θετικά
στοιχεία. Ωστόσο, οι
δασμοί, το ενεργειακό
κόστος και οι διαφορές
στην κατανομή των
φορολογικών ωφελειών
δημιουργούν μια πιο
σύνθετη εικόνα για την
οικονομική κατάσταση των
πολιτών.
Καθώς πλησιάζουν οι
ενδιάμεσες εκλογές, το
κρίσιμο ζήτημα δεν είναι
μόνο ο ρυθμός ανάπτυξης
της αμερικανικής
οικονομίας, αλλά και το
κατά πόσο τα οφέλη της
φτάνουν στα διαφορετικά
εισοδηματικά στρώματα. Η
πορεία του πληθωρισμού,
η δημιουργία θέσεων
εργασίας, το κόστος
στέγασης και η
βιωσιμότητα των δημόσιων
οικονομικών θα
καθορίσουν σε μεγάλο
βαθμό το πώς θα
αποτιμήσουν οι
Αμερικανοί την
οικονομική πολιτική της
κυβέρνησης Trump.




Πηγή: BBC
|