|
Το αποτέλεσμα είναι να
ενισχύονται οι
προειδοποιήσεις για μια
δημοσιονομική κρίση, η
οποία αργά ή γρήγορα θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
δύσκολες πολιτικές
αποφάσεις, όπως αυξήσεις
φόρων ή περιορισμό
κοινωνικών παροχών.
Το χρέος αυξάνεται παρά
τις περικοπές
Η κυβέρνηση Trump
υποστηρίζει ότι έχει
προχωρήσει σε πρωτοφανή
προσπάθεια περιορισμού
της σπατάλης, της απάτης
και των καταχρήσεων στο
ομοσπονδιακό κράτος,
μεταξύ άλλων μέσω
απολύσεων χιλιάδων
δημοσίων υπαλλήλων και
κατάργησης προγραμμάτων.
Ωστόσο, τα δημοσιονομικά
δεδομένα δείχνουν ότι οι
προσπάθειες αυτές δεν
έχουν ανακόψει την
ανοδική πορεία του
χρέους. Το ετήσιο
έλλειμμα μειώθηκε το
2025, αλλά μόνο οριακά,
ενώ το συνολικό χρέος
συνέχισε να αυξάνεται.
Οι φορολογικές μειώσεις
που εφαρμόστηκαν κατά
την πρώτη θητεία του
Trump
εκτιμάται ότι πρόσθεσαν
περίπου 8,4 τρισ.
δολάρια στο χρέος. Στη
δεύτερη θητεία, η νέα
φορολογική και
μεταναστευτική νομοθεσία
αναμένεται να επιβαρύνει
το χρέος με επιπλέον 4,7
τρισ. δολάρια, σύμφωνα
με το
Congressional
Budget
Office.
Έτσι, η εικόνα που
διαμορφώνεται απέχει
σημαντικά από την αρχική
υπόσχεση ότι οι
φορολογικές ελαφρύνσεις
θα συνοδεύονταν από
αντίστοιχες περικοπές
δαπανών.
Πρόβλημα που αφορά και
Δημοκρατικούς και
Ρεπουμπλικάνους
Η δημοσιονομική
κατάσταση των ΗΠΑ,
πάντως, δεν αποτελεί
αποκλειστικά προϊόν των
πολιτικών του
Trump.
Η συσσώρευση χρέους
είναι αποτέλεσμα
δεκαετιών και αφορά
διαδοχικές κυβερνήσεις
και των δύο μεγάλων
αμερικανικών κομμάτων.
Οι φορολογικές μειώσεις
επί Ronald
Reagan
και George
W.
Bush
συνέβαλαν στη διεύρυνση
των ελλειμμάτων, ενώ οι
πολεμικές επιχειρήσεις
της περιόδου Bush
επιβάρυναν σημαντικά τις
δημόσιες δαπάνες.
Από την άλλη πλευρά, οι
κυβερνήσεις των
Barack
Obama
και Joe
Biden
αύξησαν τις δαπάνες μέσω
μεγάλων προγραμμάτων
δημοσιονομικής στήριξης,
αρχικά μετά τη
χρηματοπιστωτική κρίση
του 2008 και στη
συνέχεια κατά την
πανδημία.
Εξαίρεση αποτελεί η
δεύτερη θητεία του
Bill
Clinton,
όταν οι ΗΠΑ εμφάνισαν
μέτρια δημοσιονομικά
πλεονάσματα, σε ένα
περιβάλλον ισχυρής
οικονομικής ανάπτυξης
και μεταρρυθμίσεων στα
προγράμματα κοινωνικών
παροχών.
Το δημογραφικό
«ροκανίζει» τον
προϋπολογισμό
Ένα από τα μεγαλύτερα
προβλήματα βρίσκεται
πλέον στη δημογραφική
εξέλιξη των ΗΠΑ.
Η γενιά των baby
boomers
συνταξιοδοτείται μαζικά,
αυξάνοντας τις ανάγκες
χρηματοδότησης της
Social
Security
και του Medicare.
Την ίδια στιγμή, τα
έσοδα από τους φόρους
μισθοδοσίας δεν επαρκούν
για να καλύψουν τις
μελλοντικές υποχρεώσεις
των δύο συστημάτων.
Παρά το γεγονός ότι στο
παρελθόν Ρεπουμπλικάνοι
πολιτικοί είχαν
προτείνει μεταρρυθμίσεις
στις κοινωνικές παροχές,
ο Trump
έχει αποφύγει να
υιοθετήσει μια τέτοια
πολιτική, επιλέγοντας να
στηρίξει ακόμη και νέες
μορφές κρατικής
κοινωνικής προστασίας.
Την ίδια στιγμή, η
δημοσιονομική στρατηγική
της κυβέρνησης
μετατοπίζει ένα μέρος
της φορολογικής
επιβάρυνσης προς τα
νοικοκυριά και τους
εργαζομένους, ενώ
μειώνει τη φορολογία των
επιχειρήσεων. Οι δασμοί
έχουν αυξήσει τα κρατικά
έσοδα, όμως δεν φαίνεται
να επαρκούν για να
αντιμετωπίσουν το
διαρθρωτικό πρόβλημα.
Το μεγάλο στοίχημα της
ανάπτυξης
Η βασική απάντηση του
Trump
στο πρόβλημα του χρέους
παραμένει η ανάπτυξη.
Ο Αμερικανός πρόεδρος
υποστηρίζει ότι οι
οικονομικές του
πολιτικές μπορούν να
οδηγήσουν σε εντυπωσιακή
αύξηση της οικονομικής
δραστηριότητας. Ωστόσο,
οι στόχοι αυτοί
θεωρούνται εξαιρετικά
φιλόδοξοι, καθώς τέτοιοι
ρυθμοί ανάπτυξης έχουν
καταγραφεί εξαιρετικά
σπάνια στην αμερικανική
ιστορία.
Την ίδια ώρα, οι
προειδοποιήσεις από την
πλευρά της
Federal
Reserve
δείχνουν ότι το κόστος
χρηματοδότησης του
αμερικανικού Δημοσίου
αποτελεί ολοένα
μεγαλύτερο πρόβλημα. Όσο
υψηλότερες παραμένουν οι
αποδόσεις των ομολόγων,
τόσο μεγαλύτερο μέρος
των φορολογικών εσόδων
απαιτείται για την
εξυπηρέτηση του χρέους.
Το ζήτημα δεν
περιορίζεται όμως στα
δημόσια οικονομικά. Οι
υψηλότερες αποδόσεις των
κρατικών ομολόγων
μεταφέρονται στην
ευρύτερη οικονομία,
επηρεάζοντας τα
στεγαστικά δάνεια, το
κόστος χρηματοδότησης
των επιχειρήσεων και
τελικά την κατανάλωση
και τις επενδύσεις.
Το πείραμα Musk
δεν έφερε το αποτέλεσμα
Ιδιαίτερη σημασία είχε
και η προσπάθεια
περιορισμού των κρατικών
δαπανών μέσω του
Department
of
Government
Efficiency,
την ηγεσία του οποίου
ανέλαβε ο Elon
Musk.
Ο Musk
είχε θέσει ως στόχο
εξοικονόμηση περίπου 2
τρισ. δολαρίων. Τελικά,
η υπηρεσία υποστήριξε
ότι πέτυχε εξοικονόμηση
περίπου 110 δισ.
δολαρίων, ενώ το
Government
Accountability
Office
αμφισβήτησε την
αξιοπιστία μέρους των
σχετικών υπολογισμών,
υποστηρίζοντας ότι
αρκετοί από τους
ισχυρισμούς ήταν
υπερβολικοί ή δεν
μπορούσαν να
επαληθευτούν.
Το χάσμα ανάμεσα στους
αρχικούς στόχους και στο
τελικό αποτέλεσμα
αναδεικνύει τη δυσκολία
ουσιαστικής μείωσης των
αμερικανικών κρατικών
δαπανών.
Οι δύσκολες αποφάσεις
μετατίθενται στο μέλλον
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
για την Ουάσιγκτον είναι
ότι οι βασικές αιτίες
της δημοσιονομικής
επιδείνωσης είναι πλέον
διαρθρωτικές. Η αύξηση
του κόστους εξυπηρέτησης
του χρέους, οι
κοινωνικές δαπάνες και η
γήρανση του πληθυσμού
δημιουργούν ένα βάρος
που δεν μπορεί να
αντιμετωπιστεί μόνο με
περικοπές μικρότερων
κρατικών προγραμμάτων.
Η διατήρηση της
σημερινής πορείας
σημαίνει ότι κάποια
στιγμή θα χρειαστούν πιο
επώδυνες επιλογές. Αυτές
μπορεί να περιλαμβάνουν
υψηλότερη φορολογία,
περιορισμό κοινωνικών
παροχών ή έναν συνδυασμό
των δύο.
Και αυτό είναι ίσως το
σημαντικότερο
συμπέρασμα: το
αμερικανικό
δημοσιονομικό πρόβλημα
δεν δημιουργήθηκε από
μία μόνο κυβέρνηση και
δεν μπορεί να λυθεί από
μία μόνο κυβέρνηση. Ο
Trump
παρέλαβε μια ήδη δύσκολη
κατάσταση, όμως μέχρι
στιγμής οι πολιτικές του
δεν έχουν αναστρέψει την
τάση. Αντίθετα, το χρέος
συνεχίζει να αυξάνεται
και το κόστος
χρηματοδότησής του
γίνεται ολοένα πιο βαρύ.
Με το δημόσιο χρέος
πλέον πάνω από τα 40
τρισ. δολάρια, η πίεση
για μια ουσιαστική
δημοσιονομική προσαρμογή
απλώς μεταφέρεται προς
το μέλλον, καθιστώντας
τις αποφάσεις που θα
χρειαστούν τελικά ακόμη
πιο δύσκολες.
|