|
Στο μακροπρόθεσμο άκρο
της καμπύλης, η απόδοση
του 30ετούς
ομολόγου
υποχώρησε κατά 4,7
μονάδες βάσης στο
5,316%,
μετά το υψηλότερο
επίπεδο των τελευταίων
περισσότερων από 24 ετών
που είχε καταγράψει στην
προηγούμενη συνεδρίαση.
Η απόδοση του
2ετούς
Treasury,
που είναι περισσότερο
ευαίσθητη στις
προσδοκίες για τα
επιτόκια της Fed,
υποχώρησε κατά 1,9
μονάδες βάσης στο
4,644%,
μία ημέρα μετά την άνοδό
της στο υψηλότερο
επίπεδο από τα μέσα του
2024.
Το πραγματικό στοίχημα
είναι τι θα κάνει η
Fed
από εδώ και πέρα
Η αύξηση των επιτοκίων
από μόνη της δεν
αποτέλεσε έκπληξη για
τις αγορές. Το
ενδιαφέρον στρέφεται
πλέον στο μήνυμα που θα
εκπέμψει η κεντρική
τράπεζα σχετικά με την
πορεία των επιτοκίων
τους επόμενους μήνες.
Οι επενδυτές στην αγορά
ομολόγων αναζητούν
κυρίως ενδείξεις για το
εάν η νέα αύξηση
αποτελεί μια
μεμονωμένη κίνηση
επαναπροσαρμογής
ή εάν σηματοδοτεί την
έναρξη ενός νέου κύκλου
αυξήσεων.
Εάν η Fed
παρουσιάσει την κίνηση
ως μια στοχευμένη και
προσωρινή
«επαναβαθμονόμηση», με
στόχο την αντιμετώπιση
των πρόσκαιρων πιέσεων
από την ενέργεια, οι
αποδόσεις των
βραχυπρόθεσμων ομολόγων
θα μπορούσαν να
υποχωρήσουν περαιτέρω,
καθώς οι επενδυτές θα
περιορίσουν τις
προσδοκίες τους για νέες
αυξήσεις.
Αντίθετα, εάν το μήνυμα
είναι ότι οι υψηλές
τιμές του πετρελαίου και
ο επίμονος δομικός
πληθωρισμός απαιτούν
διαδοχικές αυξήσεις
επιτοκίων, οι αγορές θα
μπορούσαν να
προεξοφλήσουν τελικό
επιτόκιο κοντά στο
4,5% το 2027.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η
απόδοση του 10ετούς θα
μπορούσε να επιστρέψει
πάνω από το 5%.
Το πετρέλαιο περιπλέκει
την κατάσταση
Ο βασικός παράγοντας που
εξακολουθεί να ασκεί
ανοδική πίεση στις
αποδόσεις των ομολόγων
είναι η ενεργειακή κρίση
στη Μέση Ανατολή.
Το Brent
παραμένει πάνω από τα
113 δολάρια το
βαρέλι, καθώς
οι επιθέσεις σε
ενεργειακές υποδομές της
Σαουδικής Αραβίας και τα
προβλήματα στη μεταφορά
πετρελαίου μέσω της
Ερυθράς Θάλασσας
περιορίζουν τις
διαθέσιμες ποσότητες και
αυξάνουν τον κίνδυνο
νέων πληθωριστικών
πιέσεων.
Το γεγονός αυτό
περιπλέκει σημαντικά την
προσπάθεια των κεντρικών
τραπεζών να επαναφέρουν
τον πληθωρισμό στον
στόχο του.
Η άνοδος της ενέργειας
μπορεί να μεταφερθεί
σταδιακά στις τιμές
καταναλωτή,
περιορίζοντας τα
περιθώρια χαλάρωσης της
νομισματικής πολιτικής
ακόμη και εάν η
οικονομική ανάπτυξη
αρχίσει να
επιβραδύνεται.
Τα δημοσιονομικά
παραμένουν στο επίκεντρο
Την ίδια στιγμή, η αγορά
ομολόγων παρακολουθεί
στενά και την κατάσταση
των αμερικανικών
δημόσιων οικονομικών.
Ο υπουργός Οικονομικών
των ΗΠΑ, Scott
Bessent,
υπερασπίστηκε ενώπιον
του Κογκρέσου τη
δημοσιονομική πολιτική
της κυβέρνησης,
αναγνωρίζοντας παράλληλα
ότι η άνοδος των
αποδόσεων επηρεάζεται
από τις παγκόσμιες
μακροοικονομικές
πιέσεις, αλλά και ότι η
Ουάσιγκτον θα πρέπει να
αντιμετωπίσει το
διογκούμενο
δημοσιονομικό έλλειμμα.
Το αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών έχει
παράλληλα αυξήσει
σημαντικά τις επαναγορές
μακροπρόθεσμου χρέους,
σε μια προσπάθεια να
περιορίσει τις πιέσεις
στο μακροπρόθεσμο τμήμα
της καμπύλης.
Ωστόσο, οι αγορές
ομολόγων εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν έναν
συνδυασμό παραγόντων που
λειτουργούν προς την
αντίθετη κατεύθυνση:
υψηλή προσφορά
κρατικού χρέους,
επίμονος πληθωρισμός,
ακριβή ενέργεια και πιο
επιθετική νομισματική
πολιτική.
Το 5% παραμένει το
κρίσιμο όριο
Η προσωρινή υποχώρηση
των αποδόσεων δεν
αλλάζει το γεγονός ότι
το 10ετές
Treasury
βρίσκεται πολύ κοντά σε
ένα επίπεδο που έχει
αποκτήσει ιδιαίτερη
σημασία για τις αγορές.
Η υπέρβαση του
5% αποτελεί
ένδειξη ότι οι επενδυτές
απαιτούν υψηλότερη
αποζημίωση για να
διακρατούν μακροπρόθεσμο
αμερικανικό χρέος, σε
μια περίοδο όπου η
αβεβαιότητα για τον
πληθωρισμό, τα επιτόκια
και τα δημοσιονομικά
παραμένει αυξημένη.
Παράλληλα, η πρόσφατη
υποχώρηση των αποδόσεων
δείχνει ότι η αγορά
εξακολουθεί να αναζητά
ισορροπία μεταξύ δύο
αντίθετων δυνάμεων: από
τη μία πλευρά, η
Fed
και οι πληθωριστικοί
κίνδυνοι πιέζουν τις
αποδόσεις υψηλότερα και,
από την άλλη, οι
ενδείξεις επιβράδυνσης
της οικονομίας
δημιουργούν ζήτηση για
κρατικά ομόλογα.
Για τις αγορές μετοχών,
η εξέλιξη αυτή είναι
ιδιαίτερα κρίσιμη.
Όσο το 10ετές
παραμένει κοντά ή πάνω
από το 5%, το κόστος
κεφαλαίου αυξάνεται και
οι υψηλές αποτιμήσεις
των μετοχών, ιδιαίτερα
των εταιρειών ανάπτυξης
και τεχνολογίας,
δέχονται μεγαλύτερη
πίεση.
Το επόμενο μεγάλο
στοίχημα επομένως δεν
είναι απλώς η επόμενη
κίνηση της Fed,
αλλά το εάν η αγορά θα
μπορέσει να απορροφήσει
ταυτόχρονα
υψηλότερο πετρέλαιο,
επίμονο πληθωρισμό και
αυξημένες ανάγκες
χρηματοδότησης του
αμερικανικού Δημοσίου,
χωρίς το 10ετές να
εγκατασταθεί μόνιμα πάνω
από το 5%.
|