|
Το πρόβλημα για το Τόκιο
ήταν διπλό. Η μεγάλη
υποχώρηση του γεν
ενίσχυε τον πληθωρισμό
και αύξανε το κόστος
ζωής, δημιουργώντας
πολιτικές πιέσεις στην
κυβέρνηση της
Sanae
Takaichi.
Για την Ουάσιγκτον,
όμως, το μεγαλύτερο
ζήτημα ήταν διαφορετικό:
μια απότομη άνοδος των
αποδόσεων των ιαπωνικών
κρατικών ομολόγων θα
μπορούσε να προκαλέσει
αναδιάταξη κεφαλαίων και
πωλήσεις αμερικανικών
Treasuries,
αυξάνοντας το κόστος
δανεισμού των ΗΠΑ.
Το τηλεφώνημα που άλλαξε
τα δεδομένα
Στις 22 Ιουνίου, η
Katayama
ζήτησε από τον
Bessent
να συμμετάσχει η
Ουάσιγκτον σε
συντονισμένη παρέμβαση
στις αγορές
συναλλάγματος, με αγορές
γεν.
Αντί να δεσμευθεί άμεσα,
ο Αμερικανός υπουργός
Οικονομικών επανέλαβε
ότι η Ιαπωνία θα έπρεπε
πρώτα να αντιμετωπίσει
τις θεμελιώδεις αιτίες
της αδυναμίας του
νομίσματός της.
Το μήνυμα αφορούσε
κυρίως τα μεγάλα σχέδια
δημοσιονομικών δαπανών
της κυβέρνησης
Takaichi,
αλλά και την ανάγκη να
υπάρχει μεγαλύτερη
συνέπεια μεταξύ
νομισματικής και
δημοσιονομικής
πολιτικής.
Με άλλα λόγια, η
Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι
η κυβέρνηση προσπαθούσε
να στηρίξει την
οικονομία μέσω υψηλών
δαπανών την ίδια στιγμή
που η Τράπεζα της
Ιαπωνίας προσπαθούσε να
αντιμετωπίσει τον
πληθωρισμό μέσω
υψηλότερων επιτοκίων.
Η αντίφαση αυτή, σύμφωνα
με την αμερικανική
πλευρά, υπονόμευε την
προσπάθεια
σταθεροποίησης του γεν.
Οι συζητήσεις του
Ιουνίου, οι οποίες δεν
είχαν γίνει μέχρι σήμερα
γνωστές με αυτή τη
λεπτομέρεια,
δημιούργησαν σύμφωνα με
τις πηγές το έδαφος για
τη μεγάλη κοινή
παρέμβαση ΗΠΑ και
Ιαπωνίας στα τέλη
Ιουλίου.
Γιατί το γεν ενδιαφέρει
τόσο πολύ τις ΗΠΑ
Η αμερικανική πίεση δεν
αφορά μόνο την ισοτιμία
δολαρίου-γεν.
Η Ιαπωνία αποτελεί έναν
από τους σημαντικότερους
ξένους κατόχους
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων. Επομένως, μια
απότομη αύξηση των
αποδόσεων των ιαπωνικών
ομολόγων θα μπορούσε να
κάνει τα ιαπωνικά
περιουσιακά στοιχεία πιο
ελκυστικά και να
οδηγήσει σε μεταφορά
κεφαλαίων από τα
αμερικανικά
Treasuries
προς την εγχώρια αγορά.
Για τον Bessent,
ο οποίος έχει δώσει
ιδιαίτερη έμφαση στη
λειτουργία της αγοράς
κρατικών ομολόγων των
ΗΠΑ, ένα τέτοιο σενάριο
θα ήταν ιδιαίτερα
δυσάρεστο σε μια περίοδο
κατά την οποία η
Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει
ήδη μεγάλο δημοσιονομικό
έλλειμμα και αυξημένες
ανάγκες δανεισμού.
Η άνοδος των ιαπωνικών
αποδόσεων θα μπορούσε,
συνεπώς, να μετατραπεί
σε πρόβλημα και για το
αμερικανικό κόστος
χρηματοδότησης.
Από την παρέμβαση στην
αλλαγή πολιτικής
Όταν ο Bessent
συναντήθηκε με την
Katayama
στην Ιαπωνία τον Μάιο,
είχε ήδη θέσει το ζήτημα
της ανάγκης για
υψηλότερα επιτόκια από
την Τράπεζα της
Ιαπωνίας.
Η αύξηση των επιτοκίων
από την BOJ
τον Ιούνιο δημιούργησε
στην ιαπωνική κυβέρνηση
την προσδοκία ότι η
Ουάσιγκτον θα ήταν πλέον
διατεθειμένη να βοηθήσει
ενεργότερα στην ενίσχυση
του γεν.
Ωστόσο, ο Bessent
επέμεινε ότι η
νομισματική πολιτική από
μόνη της δεν αρκούσε.
Η παρέμβαση στις αγορές
συναλλάγματος θα
μπορούσε να περιορίσει
προσωρινά την πτώση του
γεν, αλλά χωρίς αλλαγή
στη δημοσιονομική
κατεύθυνση της Ιαπωνίας,
οι πιέσεις θα
επέστρεφαν.
Το μήνυμα αυτό έγινε
ακόμη πιο σαφές τον
Ιούλιο, όταν η ιαπωνική
κυβέρνηση άφησε να
εννοηθεί ότι το κρατικό
συνταξιοδοτικό ταμείο θα
μπορούσε να αυξήσει τις
επενδύσεις του σε
εγχώρια περιουσιακά
στοιχεία, κίνηση που οι
αγορές εξέλαβαν ως
προσπάθεια στήριξης της
αγοράς ομολόγων.
Παράλληλα, μετά την
απόφαση της BOJ
να διατηρήσει αμετάβλητα
τα επιτόκια τον Ιούλιο,
ο διοικητής Kazuo
Ueda
υιοθέτησε πιο «σκληρή»
ρητορική, σηματοδοτώντας
ότι μια νέα αύξηση
επιτοκίων πλησιάζει.
Η εξέλιξη αυτή
αποδείχθηκε καθοριστική
για το γεν.
Αρχικά το ιαπωνικό
νόμισμα ενισχύθηκε μετά
από παρέμβαση του Τόκιο
και στη συνέχεια η
κίνηση διευρύνθηκε με
την αμερικανοϊαπωνική
συνεργασία.
Η συμφωνία ήρθε σε
μεγάλο βαθμό μέσα από
διαπραγματεύσεις της
Katayama
και του κορυφαίου Ιάπωνα
αξιωματούχου για το
συνάλλαγμα,
Atsushi
Mimura,
με την αμερικανική
πλευρά.
Το μεγάλο δίλημμα της
Takaichi
Πίσω από την αγορά
συναλλάγματος βρίσκεται
ένα πολύ μεγαλύτερο
πολιτικό και οικονομικό
δίλημμα.
Η Takaichi
έχει στηρίξει την
οικονομική της
στρατηγική σε μια
πολιτική που θυμίζει σε
μεγάλο βαθμό την «Abenomics»,
δηλαδή συνδυασμό
δημοσιονομικής στήριξης
και χαλαρής νομισματικής
πολιτικής, που συνδέθηκε
με τον πρώην πρωθυπουργό
Shinzo
Abe.
Οι συνθήκες, όμως, έχουν
αλλάξει.
Η Ιαπωνία δεν βρίσκεται
πλέον αντιμέτωπη με τον
χρόνιο αποπληθωρισμό των
προηγούμενων δεκαετιών.
Ο πληθωρισμός έχει γίνει
πλέον σημαντικότερο
πρόβλημα, ενώ η αδυναμία
του γεν αυξάνει
περαιτέρω το κόστος των
εισαγόμενων αγαθών και
της ενέργειας.
Έτσι, η πολιτική που
κάποτε θεωρούνταν
απαραίτητη για την έξοδο
της Ιαπωνίας από τον
αποπληθωρισμό μπορεί
πλέον να δημιουργεί
αντίθετες πιέσεις.
Η Ουάσιγκτον θέλει
υψηλότερα ιαπωνικά
επιτόκια, μεγαλύτερη
δημοσιονομική πειθαρχία
και ένα ισχυρότερο και
πιο σταθερό γεν.
Η κυβέρνηση
Takaichi,
από την άλλη πλευρά,
έχει ισχυρά πολιτικά
κίνητρα να διατηρήσει τα
μέτρα στήριξης των
νοικοκυριών και τις
επενδυτικές δαπάνες που
συνέβαλαν στην εκλογική
της επιτυχία.
Ο Bessent
ανεβάζει τον τόνο
Στη συνάντηση των
υπουργών Οικονομικών της
G20
στις 31 Αυγούστου–1
Σεπτεμβρίου, ο
Bessent
επανήλθε στο ζήτημα,
αυτή τη φορά με σαφώς
αυστηρότερο μήνυμα.
Σε δηλώσεις του στο
Reuters,
υποστήριξε ότι η Ιαπωνία
θα πρέπει πλέον να
«απολαύσει την επιτυχία
της Abenomics»,
καθώς η εποχή του
αποπληθωρισμού έχει
παρέλθει και ο βασικός
στόχος της οικονομικής
πολιτικής θα πρέπει να
είναι η αντιμετώπιση του
πληθωρισμού και όχι η
περαιτέρω τόνωση της
οικονομίας.
Η τοποθέτηση αυτή
θεωρήθηκε ως μία από τις
πιο σαφείς ενδείξεις της
δυσαρέσκειας της
Ουάσιγκτον για τη
συνέχιση στοιχείων της
παλιάς οικονομικής
πολιτικής.
Λίγες ημέρες αργότερα, η
απόδοση του ιαπωνικού
10ετούς ομολόγου
ξεπέρασε το 3%,
φθάνοντας σε υψηλό 30
ετών.
Η εξέλιξη αύξησε την
πίεση στην κυβέρνηση να
περιορίσει τις
δημοσιονομικές της
φιλοδοξίες.
Οι αγορές ζητούν
αξιόπιστο δημοσιονομικό
σχέδιο
Το βασικό ζήτημα για τις
αγορές δεν είναι μόνο το
μέγεθος των κρατικών
δαπανών, αλλά και η
αξιοπιστία της
μεσοπρόθεσμης
δημοσιονομικής
στρατηγικής.
Η Ιαπωνία έχει ήδη ένα
από τα υψηλότερα επίπεδα
δημόσιου χρέους μεταξύ
των μεγάλων ανεπτυγμένων
οικονομιών. Μια απότομη
άνοδος των επιτοκίων
αυξάνει σταδιακά το
κόστος εξυπηρέτησης του
χρέους, δημιουργώντας
έναν φαύλο κύκλο μεταξύ
επιτοκίων, ελλειμμάτων
και αποδόσεων των
ομολόγων.
Η Katayama
προσπάθησε να
καθησυχάσει τους
διεθνείς επενδυτές,
δηλώνοντας στη G20
ότι η Ιαπωνία δεν θα
βασιστεί υπερβολικά σε
νέες δαπάνες ούτε θα
χρηματοδοτήσει
φορολογικές περικοπές
μέσω νέου χρέους.
Παράλληλα, παρουσίασε
στον Bessent
δηλώσεις της
Takaichi
προς την ιαπωνική
εφημερίδα Yomiuri,
σύμφωνα με τις οποίες η
πρωθυπουργός επιδιώκει
να συνδυάσει την
ανάπτυξη με τη
δημοσιονομική πειθαρχία.
Ο Bessent
φέρεται να απάντησε
θετικά.
Ωστόσο, οι αριθμοί
δείχνουν ότι η
δημοσιονομική προσαρμογή
παραμένει δύσκολη.
Τα αιτήματα για τον
προϋπολογισμό του
επόμενου οικονομικού
έτους έχουν αυξηθεί στα
143 τρισ. γεν, περίπου
916 δισ. δολάρια,
επίπεδο κοντά στα
αντίστοιχα της περιόδου
της πανδημίας.
Η Takaichi
έχει δεσμευθεί ότι οι
νέες εκδόσεις κρατικών
ομολόγων θα παραμείνουν
περίπου στα 40 τρισ. γεν
για το οικονομικό έτος
που ολοκληρώνεται τον
Μάρτιο του 2028, έναντι
εκτιμώμενων 32,7 τρισ.
γεν για το τρέχον
οικονομικό έτος.
Ο στόχος, ωστόσο,
θεωρείται δύσκολος λόγω
των προσωρινών
φορολογικών περικοπών,
των υψηλότερων αμυντικών
δαπανών και της αύξησης
του κόστους
χρηματοδότησης.
Το γεν ως μέρος ενός
ευρύτερου αμερικανικού
«μοχλού»
Η υπόθεση του γεν
αποκαλύπτει κάτι
ευρύτερο για τη νέα
σχέση ΗΠΑ–Ιαπωνίας.
Η Ουάσιγκτον δεν
ενδιαφέρεται μόνο για
την ισοτιμία του γεν.
Ενδιαφέρεται για
ολόκληρη την αλυσίδα που
συνδέει το ιαπωνικό
νόμισμα, τον πληθωρισμό,
τα επιτόκια της
BOJ,
την αγορά ιαπωνικών
κρατικών ομολόγων και
τελικά την αγορά
αμερικανικών
Treasuries.
Η Ιαπωνία αποτελεί
κρίσιμο επενδυτή στις
διεθνείς αγορές.
Επομένως, μια μεγάλη
μεταβολή στις αποδόσεις
των ιαπωνικών ομολόγων
μπορεί να έχει
επιπτώσεις πολύ πέρα από
το Τόκιο.
Για την κυβέρνηση
Takaichi,
το δίλημμα είναι
ιδιαίτερα δύσκολο: από
τη μία πλευρά χρειάζεται
δημοσιονομική στήριξη
για να αντιμετωπίσει το
κόστος ζωής και να
διατηρήσει την πολιτική
της δυναμική, από την
άλλη οι αγορές και η
Ουάσιγκτον απαιτούν
μεγαλύτερη πειθαρχία.
Η αμερικανική πίεση,
συνεπώς, δεν αφορά πλέον
μόνο το γεν.
Αφορά το ποιο οικονομικό
μοντέλο θα ακολουθήσει η
Ιαπωνία στη μετά-Abenomics
εποχή — και κατά πόσο το
Τόκιο μπορεί να
συνεχίσει να
χρηματοδοτεί μεγάλα
προγράμματα δαπανών σε
ένα περιβάλλον όπου η
BOJ
αυξάνει τα επιτόκια και
οι αγορές απαιτούν
υψηλότερη αποζημίωση για
να διακρατούν ιαπωνικό
χρέος.
Για τις διεθνείς αγορές,
το κρίσιμο σημείο είναι
ότι το ιαπωνικό
«πείραμα» δεν
περιορίζεται πλέον στην
Ιαπωνία. Οι κινήσεις του
γεν και των ιαπωνικών
ομολόγων μπορούν να
επηρεάσουν τις ροές
κεφαλαίων, τα
αμερικανικά
Treasuries
και το παγκόσμιο κόστος
χρήματος.
Πηγή: Reuters
|