|
Η αναφορά σε ένα
εναλλακτικό
χρηματοπιστωτικό σύστημα
αποκτά ιδιαίτερη
βαρύτητα, καθώς οι
διεθνείς κυρώσεις δεν
περιορίζονται απαραίτητα
στην απαγόρευση
συναλλαγών με
συγκεκριμένα πρόσωπα ή
επιχειρήσεις. Εάν
επεκταθούν στον
τραπεζικό τομέα, θα
μπορούσαν να επηρεάσουν
την πρόσβαση των
ισραηλινών επιχειρήσεων
σε ξένες αγορές, τη
διεκπεραίωση πληρωμών
και τη χρηματοδότηση του
διεθνούς εμπορίου.
Ο φόβος του
χρηματοπιστωτικού
αποκλεισμού
Η συζήτηση για
ενδεχόμενες κυρώσεις
έχει ενταθεί μετά τις
πρωτοβουλίες δυτικών
κυβερνήσεων για την
αντιμετώπιση της
ισραηλινής εποικιστικής
δραστηριότητας στη
Δυτική Όχθη.
Τον Σεπτέμβριο, 12
μεγάλες χώρες, με
επικεφαλής τη Βρετανία,
δεσμεύτηκαν να
προχωρήσουν σε
συντονισμένα μέτρα κατά
των ισραηλινών
εποικισμών. Ο Βρετανός
υπουργός Εξωτερικών
Ed
Miliband
είχε διευκρινίσει ότι οι
παρεμβάσεις θα μπορούσαν
να αφορούν όχι μόνο τους
ίδιους τους εποικισμούς,
αλλά και πρόσωπα και
επιχειρήσεις που τους
χρηματοδοτούν ή παρέχουν
κατασκευαστικές
υπηρεσίες και άλλου
είδους υποστήριξη.
Οι εξελίξεις έχουν
ενισχύσει τις ανησυχίες
για το ενδεχόμενο
επέκτασης των μέτρων σε
ισραηλινά
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα. Ένα τέτοιο
σενάριο θα μπορούσε να
έχει ευρύτερες
επιπτώσεις στην
οικονομία, η οποία
εξαρτάται σε σημαντικό
βαθμό από τις εξαγωγές
τεχνολογίας, τις
διεθνείς επενδύσεις και
τη διασύνδεση των
επιχειρήσεων με το
παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό δίκτυο.
Ο Yair
Avidan,
πρώην επόπτης τραπεζών
στην Τράπεζα του Ισραήλ,
έχει προειδοποιήσει για
τον κίνδυνο ξένες
τράπεζες να διακόψουν
τις υπηρεσίες
ανταποκρίτριας
τραπεζικής προς
ισραηλινά πιστωτικά
ιδρύματα.
Οι υπηρεσίες αυτές
αποτελούν βασικό
μηχανισμό για τη
διεκπεραίωση διεθνών
πληρωμών, τη μεταφορά
κεφαλαίων και τον
διακανονισμό συναλλαγών
σε ξένα νομίσματα. Εάν
περιοριστούν σημαντικά,
οι ισραηλινές
επιχειρήσεις θα
μπορούσαν να
αντιμετωπίσουν δυσκολίες
στην είσπραξη χρημάτων
από πελάτες του
εξωτερικού, στην πληρωμή
προμηθευτών και στη
χρηματοδότηση των
εμπορικών τους
δραστηριοτήτων.
Το ενδεχόμενο αυτό
εξηγεί γιατί η κυβέρνηση
εξετάζει εναλλακτικές
λύσεις πριν από την
επιβολή οποιωνδήποτε
νέων περιορισμών.
Μπορούν τα
κρυπτονομίσματα να
υποκαταστήσουν τις
τράπεζες;
Η αξιοποίηση ψηφιακών
νομισμάτων θα μπορούσε
να προσφέρει έναν
εναλλακτικό δίαυλο
μεταφοράς αξίας,
περιορίζοντας σε
ορισμένες περιπτώσεις
την εξάρτηση από
παραδοσιακούς
τραπεζικούς
διαμεσολαβητές. Ωστόσο,
η δημιουργία ενός
τέτοιου μηχανισμού δεν
σημαίνει ότι μια χώρα
μπορεί να παρακάμψει
χωρίς συνέπειες κάθε
μορφή διεθνών κυρώσεων.
Οι συναλλαγές με
κρυπτονομίσματα
εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν
σημαντικούς
περιορισμούς. Η
μετατροπή τους σε
συμβατικά νομίσματα, η
πρόσβαση σε οργανωμένες
πλατφόρμες συναλλαγών
και η αξιοποίησή τους
για πληρωμές σε
πραγματικές οικονομικές
δραστηριότητες μπορεί να
εξαρτώνται από εταιρείες
και χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα που υπόκεινται
σε κανονιστικές
υποχρεώσεις.
Παράλληλα, οι συναλλαγές
σε δημόσια δίκτυα
blockchain
μπορούν σε αρκετές
περιπτώσεις να
εντοπιστούν, ενώ
ανταλλακτήρια και
πάροχοι υπηρεσιών
ψηφιακών περιουσιακών
στοιχείων είναι δυνατόν
να εφαρμόζουν
περιορισμούς σε πρόσωπα
και οντότητες που
υπόκεινται σε κυρώσεις.
Για το Ισραήλ, επομένως,
η πρόκληση δεν θα ήταν
απλώς η ανάπτυξη ενός
συστήματος μεταφοράς
ψηφιακών περιουσιακών
στοιχείων. Θα ήταν η
δημιουργία ενός
λειτουργικού μηχανισμού
που θα μπορούσε να
υποστηρίξει τις διεθνείς
εμπορικές συναλλαγές σε
μεγάλη κλίμακα, χωρίς να
εξαρτάται από υποδομές
που ενδέχεται να
περιοριστούν.
Η συζήτηση αποκτά έτσι
ευρύτερη διάσταση, καθώς
αφορά την ανθεκτικότητα
μιας σύγχρονης
οικονομίας απέναντι στην
πιθανότητα
χρηματοπιστωτικής
απομόνωσης. Τα
κρυπτονομίσματα μπορεί
να αποτελέσουν ένα
επιμέρους εργαλείο, αλλά
δεν μπορούν από μόνα
τους να αντικαταστήσουν
το σύνολο των
λειτουργιών ενός
διεθνούς τραπεζικού
συστήματος.
Η αντιπολίτευση συνδέει
τις δηλώσεις με το
μοντέλο Ιράν – Ρωσίας
Οι τοποθετήσεις του
Νετανιάχου προκάλεσαν
έντονες αντιδράσεις από
την ισραηλινή
αντιπολίτευση. Ο ηγέτης
της, Yair
Lapid,
υποστήριξε ότι η ανάγκη
σχεδιασμού μηχανισμών
παράκαμψης τραπεζικών
κυρώσεων παραπέμπει σε
χώρες όπως το Ιράν, η
Ρωσία και η Βενεζουέλα,
οι οποίες έχουν βρεθεί
αντιμέτωπες με
εκτεταμένους διεθνείς
περιορισμούς.
Σε ανάρτησή του στην
πλατφόρμα X,
ο Lapid
παρουσίασε τις δηλώσεις
του πρωθυπουργού ως
ένδειξη ότι η κυβέρνηση
προετοιμάζεται για ένα
ιδιαίτερα δυσμενές
οικονομικό και
διπλωματικό σενάριο.
Υποστήριξε ότι ο
αποκλεισμός τραπεζών από
το διεθνές σύστημα
δυσχεραίνει τις πληρωμές
των επιχειρήσεων και
ενισχύει τις πιέσεις
στην οικονομία, ενώ
προειδοποίησε για τον
κίνδυνο περαιτέρω φυγής
νέων ανθρώπων από τη
χώρα.
Ο ίδιος αντιπαρέβαλε την
οικονομική πολιτική της
προηγούμενης κυβέρνησης,
στην οποία συμμετείχε
μαζί με τον
Naftali
Bennett,
με τη σημερινή
διακυβέρνηση του
Νετανιάχου.
Ο Lapid
επικαλέστηκε τον
δημοσιονομικό απολογισμό
του 2022, όταν, όπως
ανέφερε, καταγράφηκε
πλεόνασμα περίπου 10
δισ. σέκελ,
υποστηρίζοντας ότι
επρόκειτο για την πρώτη
φορά από το 1987 που η
ισραηλινή κυβέρνηση
εμφάνισε πλεόνασμα.
Παρουσίασε επίσης ως
επιτεύγματα της
προηγούμενης περιόδου
την ανάπτυξη της
οικονομίας, τη μείωση
της ανεργίας κάτω από το
4%, την κατάργηση δασμών
σε ορισμένες κατηγορίες
προϊόντων και την
προώθηση μεταρρυθμίσεων
για την ενίσχυση του
ανταγωνισμού.
Στην ίδια ανάρτηση,
άσκησε κριτική στη
σημερινή κυβέρνηση για
την αύξηση των κονδυλίων
προς πολιτικούς και
κυβερνητικούς εταίρους,
τις φορολογικές
επιβαρύνσεις και την
υποβάθμιση της
πιστοληπτικής
αξιολόγησης της χώρας.
Υποστήριξε ότι τα
κονδύλια αυτά θα έπρεπε
να κατευθύνονται
περισσότερο στην
εκπαίδευση, στην υγεία
και στην υποστήριξη των
εφέδρων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί
αποτελούν μέρος της
πολιτικής αντιπαράθεσης
ενόψει των εκλογών και
αποτυπώνουν τη σύγκρουση
γύρω από τη
δημοσιονομική
διαχείριση, τις
προτεραιότητες των
δημόσιων δαπανών και τη
διεθνή θέση του Ισραήλ.
Από την πλευρά του, ο
πρώην υπουργός
Οικονομικών
Avigdor
Liberman,
επικεφαλής του κόμματος
Israel
Beytenu,
κατηγόρησε τον
Νετανιάχου ότι
αναγνωρίζει πλέον τον
κίνδυνο διπλωματικής
απομόνωσης και
οικονομικών κυρώσεων,
χωρίς να παρουσιάζει
επαρκές σχέδιο για την
αποτροπή τους.
Ο Liberman
δεσμεύτηκε ότι, εφόσον η
αντιπολίτευση αναλάβει
την εξουσία, θα
επιδιώξει την
αποκατάσταση των διεθνών
σχέσεων της χώρας και
την απομάκρυνση της
απειλής κυρώσεων.
Η αμερικανική
στρατιωτική βοήθεια
μπαίνει επίσης στο
τραπέζι
Οι ανησυχίες για την
οικονομική ανθεκτικότητα
του Ισραήλ δεν
περιορίζονται στο
τραπεζικό σύστημα. Στην
ίδια συνέντευξη, ο
Νετανιάχου προειδοποίησε
ότι η πολυετής
στρατιωτική βοήθεια των
Ηνωμένων Πολιτειών προς
τη χώρα δεν θα
συνεχίζεται επ'
αόριστον,
υπογραμμίζοντας την
ανάγκη να αναλάβει το
Ισραήλ μεγαλύτερο μέρος
του κόστους της άμυνάς
του.
«Εάν πιστεύετε ότι θα
συνεχίσουμε να
λαμβάνουμε δεκάδες
δισεκατομμύρια δολάρια
αμερικανικής βοήθειας
για τον αμυντικό
προϋπολογισμό, πρέπει να
προετοιμαστείτε για το
γεγονός ότι αυτό δεν θα
συνεχιστεί», ανέφερε
χαρακτηριστικά.
Ο Ισραηλινός
πρωθυπουργός απέδωσε την
προοπτική αυτή στις
μεταβολές που
συντελούνται στις ΗΠΑ
και όχι σε κάποια
συγκεκριμένη απόφαση της
ισραηλινής πλευράς.
Παράλληλα, επισήμανε ότι
η χώρα πρέπει να
προετοιμαστεί για το
ενδεχόμενο μιας λιγότερο
ευνοϊκής αμερικανικής
στάσης μετά την
αποχώρηση του
Donald
Trump
από την προεδρία.
Η ισχύουσα συμφωνία
στρατιωτικής συνεργασίας
μεταξύ των δύο χωρών
προβλέπει ετήσια
αμερικανική βοήθεια
ύψους 3,8 δισ. δολαρίων
έως το 2028, κυρίως για
την προμήθεια
στρατιωτικού εξοπλισμού.
Επιπλέον, οι ΗΠΑ έχουν
διαθέσει τουλάχιστον 15
δισ. δολάρια σε πρόσθετη
βοήθεια κατά τη διάρκεια
των τριών ετών πολέμου
που ακολούθησαν την
επίθεση της Χαμάς τον
Οκτώβριο του 2023.
Η πιθανή μείωση της
αμερικανικής στήριξης θα
δημιουργούσε πρόσθετες
δημοσιονομικές ανάγκες,
καθώς το Ισραήλ θα
έπρεπε να καλύψει
μεγαλύτερο μέρος των
αμυντικών δαπανών με
εθνικούς πόρους. Αυτό θα
μπορούσε να επηρεάσει
τις επιλογές της
κυβέρνησης ως προς τη
φορολογία, τις δημόσιες
δαπάνες και τις
επενδύσεις σε άλλους
τομείς της οικονομίας.
Ο Νετανιάχου υποστήριξε
ότι η ισραηλινή
οικονομία έχει την
ικανότητα να υποστηρίξει
υψηλότερες αμυντικές
δαπάνες, ακόμη και μετά
τις οικονομικές
συνέπειες του πολέμου.
«Για χρόνια διατηρούσαμε
υπό έλεγχο τις αμυντικές
δαπάνες ώστε να
ενθαρρύνουμε την
οικονομική ανάπτυξη.
Τώρα η οικονομία πρέπει
να στηρίξει την άμυνα,
γιατί χωρίς ασφάλεια δεν
υπάρχει οικονομία»,
δήλωσε.
Διπλή πρόκληση για την
ισραηλινή οικονομία
Οι δηλώσεις του
πρωθυπουργού
αναδεικνύουν δύο
διαφορετικές, αλλά
αλληλένδετες προκλήσεις:
από τη μία πλευρά, την
ανάγκη προετοιμασίας για
ενδεχόμενους
περιορισμούς στις
διεθνείς
χρηματοπιστωτικές
συναλλαγές και, από την
άλλη, την προοπτική
μεγαλύτερης
αυτοχρηματοδότησης των
αμυντικών αναγκών της
χώρας.
Η ενδεχόμενη επιβολή
τραπεζικών κυρώσεων θα
μπορούσε να επηρεάσει
την πρόσβαση των
ισραηλινών επιχειρήσεων
στο διεθνές εμπόριο και
στις χρηματοδοτικές
ροές. Την ίδια στιγμή, η
σταδιακή μείωση της
αμερικανικής
στρατιωτικής βοήθειας θα
απαιτούσε πρόσθετους
δημόσιους πόρους, σε μια
περίοδο κατά την οποία
οι δαπάνες που
συνδέονται με τον πόλεμο
επιβαρύνουν ήδη τον
προϋπολογισμό.
Η χρήση
κρυπτονομισμάτων, την
οποία εξετάζει η
κυβέρνηση, αποτελεί προς
το παρόν μια εναλλακτική
που βρίσκεται στο στάδιο
του σχεδιασμού και όχι
απόδειξη ότι έχει
δημιουργηθεί ένα πλήρες
υποκατάστατο του
παραδοσιακού
χρηματοπιστωτικού
συστήματος. Η
αποτελεσματικότητά της
θα εξαρτηθεί από το
εύρος των πιθανών
κυρώσεων, τη δυνατότητα
πρόσβασης σε διεθνείς
αγορές και το κατά πόσο
θα μπορούν να
πραγματοποιούνται
συναλλαγές με νόμιμο και
βιώσιμο τρόπο.
Το βασικό διακύβευμα για
το Ισραήλ είναι,
συνεπώς, ευρύτερο από
την επιλογή ενός νέου
μέσου πληρωμών. Αφορά τη
διατήρηση της πρόσβασης
στις διεθνείς αγορές,
την προσέλκυση
επενδύσεων, τη
χρηματοδότηση της άμυνας
και τη διασφάλιση ότι η
γεωπολιτική αντιπαράθεση
δεν θα μετατραπεί σε
παρατεταμένη οικονομική
απομόνωση.
|