|
Η απόκλιση αυτή αποκτά
ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
καθώς η Κίνα εξακολουθεί
να διεκδικεί σημαντικό
ρόλο στον διεθνή
ανταγωνισμό της
AI.
Η κυκλοφορία ενός
ανταγωνιστικού μοντέλου
χαμηλού κόστους από την
κινεζική Moonshot
AI
τον Ιούλιο ανέδειξε εκ
νέου τις δυνατότητες της
χώρας στην ανάπτυξη
προηγμένων μοντέλων.
Ωστόσο, η τεχνολογική
πρόοδος δεν μεταφράζεται
αυτομάτως σε αντίστοιχες
χρηματιστηριακές
αποδόσεις.
1. Η αδύναμη οικονομία
περιορίζει τις
προοπτικές των
επιχειρήσεων
Ο πρώτος παράγοντας που
επισημαίνει η
Yardeni
Research
είναι η κατάσταση της
κινεζικής οικονομίας. Η
υποτονική κατανάλωση, οι
αποπληθωριστικές
πιέσεις, η υψηλή ανεργία
των νέων και η
παρατεταμένη κρίση στην
αγορά ακινήτων
εξακολουθούν να
δημιουργούν ένα δύσκολο
περιβάλλον για τις
επιχειρήσεις.
Η πτώση των ακινήτων, η
οποία διαρκεί πλέον
περίπου πέντε χρόνια,
έχει περιορίσει την
περιουσιακή κατάσταση
πολλών νοικοκυριών και
έχει επιβαρύνει τα έσοδα
των τοπικών κυβερνήσεων
από τις πωλήσεις γης.
Αυτό περιορίζει τη
δυνατότητα στήριξης της
οικονομικής
δραστηριότητας και
επηρεάζει την
εμπιστοσύνη καταναλωτών
και επιχειρήσεων.
Σε αντίθεση με άλλες
ασιατικές αγορές, όπου
οι επενδυτές
επικεντρώνονται στις
προοπτικές αύξησης των
εσόδων από την AI,
στην Κίνα η αποτίμηση
των μετοχών εξακολουθεί
να επηρεάζεται σε μεγάλο
βαθμό από τις ανησυχίες
για τη συνολική
οικονομική ανάπτυξη.
2. Το πλεονέκτημα της
Νότιας Κορέας και της
Ταϊβάν στους ημιαγωγούς
Ο δεύτερος λόγος αφορά
τη σύνθεση των βασικών
χρηματιστηριακών
δεικτών. Η άνοδος των
ασιατικών αγορών που
συνδέονται με την
τεχνητή νοημοσύνη έχει
στηριχθεί σε μεγάλο
βαθμό στις εταιρείες που
παράγουν τα απαραίτητα
εξαρτήματα για την
κατασκευή και λειτουργία
των συστημάτων AI.
Η Νότια Κορέα διαθέτει
κομβικούς προμηθευτές
μνημών, όπως η
Samsung
Electronics
και η SK
Hynix,
ενώ η Ταϊβάν αποτελεί
βασικό κέντρο παραγωγής
προηγμένων ημιαγωγών
μέσω της TSMC.
Οι εταιρείες αυτές
επωφελούνται άμεσα από
τις αυξανόμενες
επενδύσεις σε κέντρα
δεδομένων, υπολογιστική
ισχύ και υποδομές
τεχνητής νοημοσύνης.
Η Κίνα, αντίθετα, έχει
αναπτύξει σημαντικές
δυνατότητες κυρίως στην
κατασκευή μοντέλων
AI
και στην ανάπτυξη
εφαρμογών. Ωστόσο,
αρκετές εγχώριες
εταιρείες υλικού και
ημιαγωγών δεν έχουν την
ίδια βαρύτητα στους
βασικούς
χρηματιστηριακούς
δείκτες, ενώ ορισμένες
διαπραγματεύονται σε
αγορές εκτός των κύριων
δεικτών που
παρακολουθούν οι
διεθνείς επενδυτές.
Αυτό σημαίνει ότι η
άνοδος της κινεζικής
τεχνολογίας δεν
αποτυπώνεται στον
CSI
300 με τον ίδιο τρόπο
που οι επιδόσεις των
εταιρειών ημιαγωγών
ενισχύουν τον
Kospi
και τον δείκτη της
Ταϊβάν.
3. Ρυθμιστική
αβεβαιότητα και
γεωπολιτικοί περιορισμοί
Ο τρίτος παράγοντας
είναι η αβεβαιότητα γύρω
από τις κρατικές
παρεμβάσεις στον
τεχνολογικό κλάδο. Οι
προηγούμενες κινήσεις
του Πεκίνου, μεταξύ των
οποίων η παρέμβαση στη
σχεδιαζόμενη
χρηματιστηριακή εισαγωγή
της Ant
Group,
θυγατρικής της
Alibaba,
έχουν ενισχύσει τις
επιφυλάξεις των
επενδυτών για το
ρυθμιστικό περιβάλλον
στην Κίνα.
Παράλληλα, η ένταση στις
σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας
διατηρεί ανοιχτό το
ενδεχόμενο νέων
περιορισμών στις
εξαγωγές προηγμένων
ημιαγωγών και στις
αμερικανικές επενδύσεις
στον κινεζικό
τεχνολογικό κλάδο. Οι
περιορισμοί αυτοί
μπορούν να επηρεάσουν
την πρόσβαση κινεζικών
επιχειρήσεων σε κρίσιμες
τεχνολογίες, αλλά και να
αυξήσουν το ασφάλιστρο
κινδύνου που απαιτούν οι
διεθνείς επενδυτές.
Η συνδυασμένη επίδραση
οικονομικών, ρυθμιστικών
και γεωπολιτικών
παραγόντων έχει συμβάλει
στην υποχώρηση των
αποτιμήσεων. Ο
προθεσμιακός δείκτης
τιμής προς κέρδη του
MSCI
China
έχει μειωθεί στο 10,2
από 11,7 στα μέσα Μαΐου,
σύμφωνα με τα στοιχεία
που επικαλείται η
Yardeni
Research.
Ισχυρή αύξηση κερδών,
αλλά χωρίς αντίστοιχη
χρηματιστηριακή
αντίδραση
Η εικόνα παρουσιάζει μια
αξιοσημείωτη αντίφαση.
Οι εισηγμένες εταιρείες
στην εγχώρια αγορά της
Κίνας κατέγραψαν αύξηση
κερδών σχεδόν 26% το
δεύτερο τρίμηνο, τη
μεγαλύτερη τριμηνιαία
άνοδο των τελευταίων
πέντε ετών. Παρ' όλα
αυτά, η εξέλιξη δεν ήταν
αρκετή για να ανατρέψει
την αρνητική πορεία του
CSI
300.
Η απόκλιση υποδηλώνει
ότι οι επενδυτές δεν
αξιολογούν μόνο την
πρόσφατη κερδοφορία,
αλλά και τη βιωσιμότητά
της, τις προοπτικές της
οικονομίας και τους
κινδύνους που συνδέονται
με τη γεωπολιτική και τη
ρυθμιστική πολιτική.
Επιπλέον, η
Yardeni
Research
επισημαίνει έναν ακόμη
κίνδυνο: την αυξανόμενη
εξάρτηση των κινεζικών
εξαγωγών από προϊόντα
που σχετίζονται με την
τεχνητή νοημοσύνη.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
της Nomura,
οι ημιαγωγοί, οι
υπολογιστές και συναφή
προϊόντα αντιπροσωπεύουν
περίπου το ήμισυ της
αύξησης των κινεζικών
εξαγωγών.
Η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί μια διπλή
πρόκληση. Από τη μία
πλευρά, η διεθνής ζήτηση
για εξοπλισμό AI
μπορεί να στηρίξει την
κινεζική παραγωγή και
τις εξαγωγές. Από την
άλλη, μια επιβράδυνση
των παγκόσμιων
επενδύσεων σε υποδομές
τεχνητής νοημοσύνης θα
μπορούσε να αφαιρέσει
έναν σημαντικό μοχλό
ανάπτυξης, ακόμη και αν
το κινεζικό
χρηματιστήριο δεν έχει
συμμετάσχει στο ράλι
στον ίδιο βαθμό με άλλες
ασιατικές αγορές.
Το μεγάλο ερώτημα για
τους επενδυτές
Η υστέρηση της Κίνας δεν
σημαίνει απαραίτητα ότι
η χώρα χάνει τον
τεχνολογικό ανταγωνισμό.
Αναδεικνύει, όμως, τη
διαφορά ανάμεσα στην
πρόοδο μιας οικονομίας
στον τομέα της τεχνητής
νοημοσύνης και στην
ικανότητα των εισηγμένων
εταιρειών της να
μετατρέψουν αυτή την
πρόοδο σε
χρηματιστηριακή αξία.
Για να αλλάξει η εικόνα,
θα χρειαστεί να
βελτιωθούν οι προοπτικές
της εγχώριας οικονομίας,
να περιοριστεί η
αβεβαιότητα γύρω από το
ρυθμιστικό πλαίσιο και
να ενισχυθεί η συμμετοχή
των κινεζικών εταιρειών
που επωφελούνται άμεσα
από τις επενδύσεις σε
υποδομές AI.
Ταυτόχρονα, η πορεία της
αγοράς θα εξαρτηθεί από
το κατά πόσο η παγκόσμια
ζήτηση για ημιαγωγούς
και υπολογιστική ισχύ θα
συνεχίσει να αυξάνεται.
Η Κίνα μπορεί να έχει
ισχυρή παρουσία στην
ανάπτυξη μοντέλων και
εφαρμογών, αλλά η
χρηματιστηριακή της
αγορά εξακολουθεί να
επιβαρύνεται από
παράγοντες που
υπερβαίνουν τον ίδιο τον
τεχνολογικό κλάδο.
|