|
Από
«δανειστής έσχατης
ανάγκης» σε «market
maker έσχατης ανάγκης»
Παραδοσιακά, ο ρόλος των
κεντρικών τραπεζών ήταν
κυρίως να παρέχουν
ρευστότητα σε τράπεζες
που αντιμετώπιζαν
προβλήματα.
Μετά την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση
του 2008 και, ακόμη
περισσότερο, μετά το σοκ
του 2020, ο ρόλος αυτός
διευρύνθηκε.
Οι κεντρικές τράπεζες
άρχισαν να λειτουργούν
ουσιαστικά ως «market
makers
έσχατης ανάγκης»,
παρεμβαίνοντας όταν η
λειτουργία βασικών
αγορών ομολόγων και
χρηματοδότησης
απειλείται.
Η παρέμβαση αυτή μπορεί
να αποτρέψει ένα
επικίνδυνο ντόμινο.
Όταν, για παράδειγμα,
επενδυτές υποχρεώνονται
να πουλήσουν κρατικά ή
εταιρικά ομόλογα για να
καλύψουν ζημιές και
απαιτήσεις περιθωρίου,
οι μαζικές πωλήσεις
μπορούν να προκαλέσουν
απότομη άνοδο των
αποδόσεων και περαιτέρω
απώλειες. Η παρέμβαση
της κεντρικής τράπεζας
μπορεί να σταματήσει
αυτή τη διαδικασία.
Όμως υπάρχει και η άλλη
πλευρά.
Το
πρόβλημα του «central
bank put»
Όσο περισσότερο οι
επενδυτές πιστεύουν ότι
η κεντρική τράπεζα θα
βρίσκεται εκεί για να
αποτρέψει μια κατάρρευση
της αγοράς, τόσο
μικρότερος φαίνεται ο
αντιλαμβανόμενος
κίνδυνος.
Και όταν ο κίνδυνος
φαίνεται μικρότερος, η
μόχλευση αυξάνεται.
Δημιουργείται έτσι ένας
φαύλος κύκλος:
παρέμβαση → χαμηλότερος
αντιλαμβανόμενος
κίνδυνος → περισσότερη
μόχλευση → μεγαλύτερες
θέσεις → νέα κρίση → νέα
παρέμβαση.
Το παράδοξο είναι ότι
ένα μέτρο που
σχεδιάστηκε για να
περιορίζει τη
χρηματοπιστωτική
αστάθεια μπορεί
μακροπρόθεσμα να
δημιουργεί τις
προϋποθέσεις για την
επόμενη κρίση.
Οι
hedge funds στο
επίκεντρο
Ιδιαίτερη ανησυχία
προκαλούν τα
hedge
funds
και οι στρατηγικές
υψηλής μόχλευσης που
εφαρμόζουν στην αγορά
κρατικών ομολόγων των
ΗΠΑ.
Οι τοποθετήσεις των
hedge
funds
σε αμερικανικά
Treasuries
έφτασαν περίπου τα
2,4 τρισ.
δολάρια στα τέλη του
2025, από μόλις
600 δισ. δολάρια μία
δεκαετία νωρίτερα,
σύμφωνα με εκτιμήσεις
της Federal
Reserve
Bank
of
Dallas.
Σε αρκετές περιπτώσεις,
τα funds
χρησιμοποιούν εξαιρετικά
υψηλή μόχλευση, η οποία
μπορεί να φτάσει ακόμη
και τις 100
φορές,
προκειμένου να
αποκομίσουν μικρά κέρδη
από διαφορές τιμών
μεταξύ κρατικών ομολόγων
και συναφών
futures
ή swaps.
Η στρατηγική μπορεί να
φαίνεται σχετικά ασφαλής
όταν οι αγορές
λειτουργούν ομαλά.
Με τόσο υψηλή μόχλευση,
όμως, ακόμη και μια
μικρή μεταβολή στις
τιμές μπορεί να οδηγήσει
σε τεράστιες ζημιές.
Η
μόχλευση μπορεί να
ρίχνει το κόστος
δανεισμού του Δημοσίου
Εδώ βρίσκεται ίσως το
πιο ενδιαφέρον σημείο
της ανάλυσης.
Η αυξημένη ζήτηση για
κρατικά ομόλογα από
leveraged
επενδυτές μπορεί να
οδηγήσει τις αποδόσεις
χαμηλότερα.
Αυτό σημαίνει ότι οι
κυβερνήσεις μπορούν να
δανείζονται φθηνότερα.
Έτσι δημιουργείται μια
έμμεση σχέση:
κεντρική τράπεζα →
διασφάλιση ρευστότητας →
περισσότερη μόχλευση →
αυξημένη ζήτηση
Treasuries
→ χαμηλότερες αποδόσεις
→ χαμηλότερο κόστος
κρατικού δανεισμού.
Το σύστημα λειτουργεί
όσο οι αγορές παραμένουν
σταθερές.
Το πρόβλημα εμφανίζεται
όταν η αγορά κινηθεί
απότομα προς την
αντίθετη κατεύθυνση.
Το
προηγούμενο του 2020
Ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα ήταν η
κατάρρευση των λεγόμενων
Treasury
basis
trades
το 2020.
Οι συγκεκριμένες
στρατηγικές βασίζονται
σε μικρές διαφορές
μεταξύ της τιμής των
Treasuries
και των αντίστοιχων
futures.
Η χρήση υψηλής μόχλευσης
μπορεί να μετατρέψει μια
μικρή διαφορά τιμών σε
σημαντική απόδοση.
Όταν όμως οι αγορές
αποσταθεροποιήθηκαν, οι
επενδυτές αναγκάστηκαν
να περιορίσουν τις
θέσεις τους.
Οι μαζικές
ρευστοποιήσεις
επιδείνωσαν τις συνθήκες
στην αγορά
Treasuries
και αποτέλεσαν έναν από
τους παράγοντες που
οδήγησαν τη
Federal
Reserve
σε παρέμβαση.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο
κίνδυνος του σημερινού
μοντέλου.
Οι επενδυτές γνωρίζουν
πλέον ότι σε μια ακραία
κρίση η κεντρική τράπεζα
μπορεί να παρέμβει. Αυτό
μπορεί να τους
ενθαρρύνει να αναλάβουν
ακόμη μεγαλύτερο ρίσκο
πριν από την επόμενη
κρίση.
Το
παράδειγμα της Βρετανίας
Ο επικεφαλής
οικονομολόγος της
Bank
of
England,
Huw
Pill,
έχει προειδοποιήσει ότι
μηχανισμοί που
δημιουργήθηκαν για να
περιορίζουν τη
χρηματοπιστωτική
ευπάθεια μπορούν τελικά
να δημιουργήσουν νέες
αδυναμίες.
Ως καλύτερο μοντέλο έχει
αναφέρει την προσωρινή
παρέμβαση της
Bank
of
England
στην αγορά βρετανικών
gilts
το 2022, όταν η κρίση
στα συνταξιοδοτικά
funds
προκάλεσε μαζικές
πωλήσεις κρατικών
ομολόγων.
Εκεί η κεντρική τράπεζα
παρενέβη στοχευμένα ώστε
να σταματήσει τις
αναγκαστικές πωλήσεις,
χωρίς όμως να
εγκαταλείψει τη
γενικότερη κατεύθυνση
της νομισματικής
σύσφιξης.
Αυτό ακριβώς είναι το
δύσκολο σημείο για τις
κεντρικές τράπεζες:
να παρέχουν
ρευστότητα όταν
πραγματικά χρειάζεται,
χωρίς να δημιουργούν την
αντίληψη μιας μόνιμης
εγγύησης για τους
επενδυτές.
Ο
κίνδυνος του ηθικού
κινδύνου
Το φαινόμενο είναι
κλασικό παράδειγμα
moral
hazard.
Εάν οι επενδυτές
γνωρίζουν ότι οι ζημιές
τους ενδέχεται να
περιοριστούν από μια
παρέμβαση της κεντρικής
τράπεζας, το κίνητρο για
συνετή διαχείριση
κινδύνου μειώνεται.
Και όσο αυξάνεται η
μόχλευση στο σύστημα,
τόσο μεγαλύτερη μπορεί
να είναι η ζημιά όταν
τελικά έρθει η
αναστροφή.
Το ίδιο πρόβλημα μπορεί
να επηρεάσει και την
άσκηση νομισματικής
πολιτικής. Ένα πρόγραμμα
που δημιουργείται για
έκτακτη ανάγκη μπορεί να
χρησιμοποιηθεί τελικά
από χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα ως φθηνή πηγή
χρηματοδότησης.
Αυτό συνέβη, σύμφωνα με
την ανάλυση, και με το
πρόγραμμα διάσωσης της
Fed
το 2023. Η διευκόλυνση
χρησιμοποιήθηκε στη
συνέχεια και από υγιείς
τράπεζες, με αποτέλεσμα
οι αξιωματούχοι να
αναγκαστούν να
αυστηροποιήσουν τους
όρους της πριν από τη
λήξη του.
Το
μεγαλύτερο πρόβλημα
βρίσκεται μπροστά
Το ζήτημα επομένως δεν
είναι αν οι κεντρικές
τράπεζες πρέπει να
παρεμβαίνουν σε μια
κρίση.
Πρέπει.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
πόσο συχνά
μπορούν να το κάνουν
χωρίς να αλλάζουν μόνιμα
τη συμπεριφορά των
επενδυτών.
Σε ένα περιβάλλον όπου
το δημόσιο χρέος
αυξάνεται, οι αγορές
κρατικών ομολόγων έχουν
τεράστιο μέγεθος και τα
hedge
funds
χρησιμοποιούν ολοένα
μεγαλύτερη μόχλευση, μια
νέα αναγκαστική
απομόχλευση θα μπορούσε
να έχει πολύ μεγαλύτερες
επιπτώσεις από μια
συνηθισμένη διόρθωση.
Και εδώ βρίσκεται η
μεγάλη αντίφαση του
σημερινού
χρηματοπιστωτικού
συστήματος:
οι μηχανισμοί που
δημιουργήθηκαν για να
κάνουν τις αγορές
ασφαλέστερες μπορεί
ταυτόχρονα να τις κάνουν
πιο ευάλωτες.
Όσο οι αγορές παραμένουν
ήρεμες, η μόχλευση
αυξάνεται και το κόστος
χρηματοδότησης παραμένει
χαμηλό. Όταν όμως η
κατεύθυνση αλλάξει
απότομα, η ίδια μόχλευση
μπορεί να μετατραπεί από
εργαλείο απόδοσης σε
μηχανισμό μετάδοσης της
κρίσης.
Και τότε οι κεντρικές
τράπεζες θα βρεθούν ξανά
μπροστά στο ίδιο
δίλημμα: να
αφήσουν την αγορά να
εκκαθαρίσει την
υπερβολική μόχλευση ή να
παρέμβουν και να
ενισχύσουν ακόμη
περισσότερο την
πεποίθηση ότι τελικά θα
σώσουν την αγορά.
|