|
Μεγάλες απώλειες σε
στέγαση, ΕΕΕ και επίδομα
παιδιού
Στο επίδομα στέγασης, οι
δαπάνες το β΄ τρίμηνο
του 2026 μειώθηκαν κατά
9,9%,
στα 60,9 εκατ.
ευρώ, από 70,8
εκατ. ευρώ ένα χρόνο
νωρίτερα.
Παράλληλα, οι δικαιούχοι
περιορίστηκαν κατά
24.926 άτομα,
στους 170.606 από
195.533.
Αντίστοιχη εικόνα
καταγράφεται στο
Ελάχιστο Εγγυημένο
Εισόδημα (ΕΕΕ).
Η δαπάνη υποχώρησε κατά
10,1%,
στα 99,2 εκατ. ευρώ από
109,3 εκατ. ευρώ, ενώ οι
δικαιούχοι μειώθηκαν
κατά 14.528, στους
145.486 από 160.014.
Στο επίδομα
παιδιού, η
δαπάνη διαμορφώθηκε στα
92 εκατ. ευρώ, μειωμένη
κατά 8,4%
από τα 100,5 εκατ. ευρώ
του β΄ τριμήνου του
2025.
Ο αριθμός των δικαιούχων
μειώθηκε κατά
17.522 νοικοκυριά,
στους 153.601 από
171.123.
Η εικόνα των τριών
βασικών παροχών είναι
χαρακτηριστική:
|
Επίδομα
|
Δαπάνη β΄
τριμήνου
2026
|
Μεταβολή
|
Δικαιούχοι
|
Μεταβολή
δικαιούχων
|
|
Στέγασης
|
60,9 εκατ. €
|
-9,9%
|
170.606
|
-24.926
|
|
Ελάχιστο
Εγγυημένο
Εισόδημα
|
99,2 εκατ. €
|
-10,1%
|
145.486
|
-14.528
|
|
Επίδομα παιδιού
|
92 εκατ. €
|
-8,4%
|
153.601
|
-17.522
|
Περίπου 40% λιγότερα για
στέγαση και ΕΕΕ σε πέντε
χρόνια
Η μεταβολή γίνεται ακόμη
πιο έντονη εάν η
σύγκριση γίνει σε βάθος
πενταετίας.
Το 2021 οι τριμηνιαίες
δαπάνες για
επίδομα στέγασης και
Ελάχιστο Εγγυημένο
Εισόδημα
ανέρχονταν συνολικά σε
περίπου 273
εκατ. ευρώ.
Στο β΄ τρίμηνο του 2026
περιορίστηκαν σε περίπου
160,1 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για μείωση
περίπου 41%.
Ειδικότερα, η μέση
τριμηνιαία δαπάνη για το
Ελάχιστο Εγγυημένο
Εισόδημα είχε
διαμορφωθεί το 2021 σε
περίπου 175,2 εκατ.
ευρώ, έναντι 99,2 εκατ.
ευρώ σήμερα, δηλαδή
περίπου 43,4%
χαμηλότερα.
Στο επίδομα στέγασης, η
αντίστοιχη δαπάνη
υποχώρησε από περίπου 98
εκατ. ευρώ ανά τρίμηνο
το 2021 σε 60,9 εκατ.
ευρώ το β΄ τρίμηνο του
2026, μείωση περίπου
37,9%.
Η σύγκριση αυτή
χρειάζεται βέβαια να
λαμβάνει υπόψη ότι το
2021 ήταν μια ιδιαίτερη
χρονιά λόγω της
πανδημίας και των
έκτακτων συνθηκών στην
αγορά εργασίας και στα
εισοδήματα. Η τάση,
ωστόσο, παραμένει σαφής.
Το παράδοξο: οι μισθοί
αυξάνονται, αλλά όχι
απαραίτητα η αγοραστική
δύναμη
Πίσω από την υποχώρηση
των δικαιούχων βρίσκεται
ένας μηχανισμός που
λειτουργεί σταδιακά.
Τα εισοδηματικά όρια για
την πρόσβαση σε αρκετές
παροχές δεν αυξάνονται
με τον ίδιο ρυθμό με τα
ονομαστικά εισοδήματα.
Έτσι, ένας εργαζόμενος
μπορεί να εμφανίζει
υψηλότερο ονομαστικό
εισόδημα χωρίς να έχει
αντίστοιχα μεγαλύτερη
πραγματική αγοραστική
δύναμη. Παρ' όλα αυτά, η
αύξηση αυτή μπορεί να
είναι αρκετή ώστε το
νοικοκυριό να περάσει
πάνω από το εισοδηματικό
όριο ενός επιδόματος.
Το αποτέλεσμα είναι ένα
ιδιότυπο
«φαινόμενο αποκλεισμού
λόγω πληθωρισμού»:
το νοικοκυριό
εμφανίζεται οικονομικά
ισχυρότερο στα στοιχεία
εισοδήματος, ενώ στην
πράξη μπορεί απλώς να
έχει καλύψει μέρος της
αύξησης του κόστους
ζωής.
Το επίδομα παιδιού και η
παγίδα των ορίων
Στο επίδομα παιδιού, οι
βασικές εισοδηματικές
κλίμακες έχουν
παραμείνει επί σειρά
ετών ουσιαστικά
αμετάβλητες.
Αυτό σημαίνει ότι μια
αύξηση μισθού ή
εισοδήματος που απλώς
αντισταθμίζει την άνοδο
των τιμών μπορεί να
μετακινήσει ένα
νοικοκυριό σε
διαφορετική εισοδηματική
κατηγορία ή ακόμη και να
το οδηγήσει εκτός
παροχής.
Η μείωση των δαπανών,
επομένως, δεν σημαίνει
κατ’ ανάγκη ότι μειώθηκε
αντίστοιχα η ανάγκη των
νοικοκυριών για
οικονομική στήριξη.
Μπορεί να σημαίνει ότι
λιγότερα
νοικοκυριά πληρούν πλέον
τα τυπικά κριτήρια
πρόσβασης.
Οι αυτοαπασχολούμενοι
αντιμετωπίζουν πρόσθετη
πίεση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η περίπτωση
των αυτοαπασχολουμένων,
καθώς η επιλεξιμότητα
για ορισμένες παροχές
επηρεάζεται και από το
τεκμαρτό εισόδημα.
Η βάση υπολογισμού του
ελάχιστου τεκμαρτού
φορολογητέου εισοδήματος
συνδέεται με τον μικτό
κατώτατο μισθό, ενώ
μπορούν να προκύψουν
πρόσθετες προσαυξήσεις
ανάλογα με τα έτη
δραστηριότητας, το
μισθολογικό κόστος και,
υπό συγκεκριμένες
προϋποθέσεις, τον κύκλο
εργασιών.
Καθώς ο κατώτατος μισθός
αυξάνεται, αυξάνεται
αντίστοιχα και η
τεκμαρτή βάση
εισοδήματος.
Έτσι, ένας επαγγελματίας
του οποίου τα πραγματικά
κέρδη δεν έχουν αυξηθεί
αντίστοιχα μπορεί να
εμφανίζει υψηλότερο
εισόδημα για τον
προσδιορισμό της
επιλεξιμότητας.
Το «σκαλοπάτι» που
μπορεί να μηδενίσει ένα
επίδομα
Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά
τη λειτουργία των
εισοδηματικών ορίων.
Όταν ένα επίδομα
συνδέεται με ένα
συγκεκριμένο ανώτατο
εισόδημα, η μετάβαση από
τη μία πλευρά του ορίου
στην άλλη μπορεί να
είναι απότομη.
Μια μικρή αύξηση του
δηλωθέντος εισοδήματος
μπορεί, ανάλογα με τους
κανόνες κάθε παροχής, να
οδηγήσει σε απώλεια
σημαντικού μέρους ή
ακόμη και ολόκληρου του
επιδόματος.
Έτσι δημιουργείται ένα
παράδοξο: το
νοικοκυριό μπορεί να
έχει ελάχιστα
περισσότερα χρήματα στην
τσέπη, αλλά να χάνει
πολύ μεγαλύτερη αξία από
την παροχή που
δικαιούνταν
προηγουμένως.
Λιγότεροι δικαιούχοι,
μικρότερο δίχτυ
προστασίας
Η συνολική εικόνα των
στοιχείων του ΟΠΕΚΑ
δείχνει μια σταθερή
υποχώρηση των δαπανών σε
βασικές κατηγορίες
κοινωνικής προστασίας.
Στο β΄ τρίμηνο του 2026,
η συνολική δαπάνη
μειώθηκε κατά 5,5%, ενώ
οι δικαιούχοι κατά
περισσότερους από
41.000
μέσα σε έναν χρόνο.
Η εξέλιξη δεν αφορά μόνο
το ύψος των επιδομάτων.
Αφορά κυρίως το
πόσα νοικοκυριά
παραμένουν εντός του
συστήματος κοινωνικής
προστασίας.
Και εδώ βρίσκεται η
ουσία της συζήτησης: σε
μια περίοδο κατά την
οποία οι ονομαστικές
αποδοχές αυξάνονται αλλά
η ακρίβεια έχει
διαβρώσει την αγοραστική
δύναμη, η μη αντίστοιχη
αναπροσαρμογή των
εισοδηματικών ορίων
μπορεί να μετατρέψει
σταδιακά τις αυξήσεις
εισοδήματος σε λόγο
απώλειας κοινωνικών
παροχών.
Το αποτέλεσμα είναι ότι
το κράτος μπορεί
να δαπανά λιγότερα για
επιδόματα όχι επειδή
μειώθηκε αναλογικά η
ανάγκη, αλλά επειδή
μειώθηκε ο αριθμός όσων
πληρούν τα κριτήρια για
να τα λάβουν.
|