|
Πρόσφατα
ψηφίστηκε νόμος για την
ανταλλαγή πληροφοριών
μεταξύ κρατών του ΟΟΣΑ
και της ΕΕ σχετικά με
επενδύσεις σε
κρυπτονομίσματα, όταν
αυτές πραγματοποιούνται
μέσω χρηματοοικονομικών
φορέων άλλης χώρας. Η
ρύθμιση αφορά κυρίως τον
έλεγχο του πόθεν έσχες
των κεφαλαίων που
κατευθύνονται σε
crypto.
Σε επόμενο στάδιο
αναμένεται να εξεταστεί
η φορολόγηση των
υπεραξιών, θέμα στο
οποίο παρατηρείται
καθυστέρηση, καθώς οι
δύο επιτροπές που έχει
συγκροτήσει εδώ και
περίπου δύο χρόνια το
Υπουργείο Οικονομικών
δεν έχουν καταλήξει σε
εφαρμόσιμες προτάσεις.
Ωστόσο,
άμεση προτεραιότητα
αποτελεί η θεσμική
αναγνώριση των
κρυπτονομισμάτων, καθώς
η σημερινή κατάσταση
προκαλεί πρακτικά
προβλήματα.
Δηλώνονται αλλά δεν
γίνονται δεκτά
Χαρακτηριστική είναι
πρόσφατη υπόθεση που
εξετάστηκε από τη
Διεύθυνση Επίλυσης
Διαφορών και αποτυπώνει
τη στάση της ΑΑΔΕ
απέναντι στα
crypto.
Στις 29
Ιουλίου 2024 ο
φορολογούμενος υπέβαλε
δήλωση φορολογίας
εισοδήματος για το έτος
2023, στην οποία
συμπεριέλαβε, μεταξύ
άλλων, 21.000 ευρώ στον
κωδικό 787 περί ανάλωσης
κεφαλαίου που έχει ήδη
φορολογηθεί ή απαλλαγεί,
προκειμένου να καλύψει
τεκμήρια.
Η δήλωση
δεν εκκαθαρίστηκε άμεσα,
καθώς ζητήθηκε η
προσκόμιση
δικαιολογητικών στην
αρμόδια ΔΟΥ για την
τεκμηρίωση του ποσού.
Από τον έλεγχο προέκυψε
ότι η επίκληση ανάλωσης
κεφαλαίου στηριζόταν σε:
Ποσό
1.741.826,17 ευρώ, το
οποίο είχε δηλωθεί το
φορολογικό έτος 2017 ως
εισόδημα από μεταβίβαση
κρυπτονομισμάτων, χωρίς
να γίνει δεκτό ούτε από
τη ΔΟΥ Αμαρουσίου ούτε
από τη ΔΕΔ, στην οποία
είχε προσφύγει.
Ποσό
1.402.320,81 ευρώ,
δηλωθέν το φορολογικό
έτος 2021 επίσης ως
εισόδημα από μεταβίβαση
crypto,
το οποίο επίσης δεν
αναγνωρίστηκε από τη ΔΟΥ
και τη ΔΕΔ.
Στη
συνέχεια, το ΚΕΦΟΔΕ
Αττικής προχώρησε στην
εκκαθάριση της δήλωσης
για το 2023 χωρίς να
λάβει υπόψη τα 21.000
ευρώ του κωδικού 787 και
καταλόγισε φόρο
εισοδήματος 2.292,80
ευρώ.
Ο
φορολογούμενος υπέβαλε
ενδικοφανή προσφυγή
ζητώντας να
αναγνωριστούν συνολικά
3,14 εκατ. ευρώ από
ρευστοποιήσεις
crypto,
ώστε να καλύψει τα
τεκμήρια.
Γιατί
απορρίφθηκε η προσφυγή
Η ΔΕΔ
απέρριψε το αίτημα,
επισημαίνοντας ότι στη
μακρά απαρίθμηση
εισοδημάτων που μπορούν
να ληφθούν υπόψη για
κάλυψη τεκμηρίων δεν
περιλαμβάνονται κεφάλαια
προερχόμενα από
κρυπτονομίσματα.
Επιπλέον, αν και τα
χρήματα μεταφέρθηκαν από
τράπεζα του εξωτερικού
σε ελληνικό πιστωτικό
ίδρυμα, δεν
αναγνωρίστηκαν ούτε ως
εισαγωγή συναλλάγματος.
Αν τα ίδια κεφάλαια
προέρχονταν, για
παράδειγμα, από πώληση
ομολόγων, θα είχαν γίνει
αποδεκτά.
Στο
σκεπτικό της απόφασης
αναφέρεται ότι ο
φορολογούμενος δεν
δύναται να συμπεριλάβει
τα συγκεκριμένα ποσά
στις δηλώσεις του, με
αποτέλεσμα το υπόλοιπο
προς ανάλωση στις 31
Δεκεμβρίου 2022 να είναι
αρνητικό. Κατά συνέπεια,
δεν προκύπτει κεφάλαιο
που έχει φορολογηθεί ή
νόμιμα απαλλαγεί τα
προηγούμενα έτη και
μπορεί να μεταφερθεί στο
φορολογικό έτος 2023. Ως
εκ τούτου, κρίθηκε ορθή
η εκκαθάριση χωρίς
συνυπολογισμό των 21.000
ευρώ.
Με άλλα
λόγια, παρότι ο
φορολογούμενος είχε
δηλώσει κεφάλαια
εκατομμυρίων από
crypto,
δεν του αναγνωρίστηκε η
δυνατότητα να καλύψει
τεκμαρτή δαπάνη 21.000
ευρώ.
Δεύτερη
υπόθεση
Σε άλλη
περίπτωση, εντοπίστηκε
ποσό 12.000 ευρώ σε
τραπεζικό λογαριασμό
φορολογουμένης, το οποίο
δεν δικαιολογούνταν από
τα δηλωθέντα εισοδήματά
της. Η εφορία ζήτησε
εξηγήσεις πριν επιβάλει
φόρο 33% και πρόστιμο
50% επί του φόρου.
Η
φορολογούμενη απέδειξε
ότι τα χρήματα
προέρχονταν από
ρευστοποίηση
κρυπτονομισμάτων και
προσκόμισε τα σχετικά
αποδεικτικά. Η ΔΕΔ
τελικά ακύρωσε τον φόρο
και το πρόστιμο, παρότι
τα κεφάλαια προήλθαν από
μέσο συναλλαγής που δεν
αναγνωρίζεται ρητά από
την ελληνική φορολογική
νομοθεσία.
Οι δύο
υποθέσεις αναδεικνύουν
την αντίφαση: τα
crypto
θεωρούνται επαρκή για να
αποφευχθεί πρόσθετη
φορολόγηση σε ορισμένες
περιπτώσεις, αλλά όχι
για την κάλυψη
τεκμηρίων, γεγονός που
καθιστά επιτακτική την
ανάγκη σαφούς και
συνεκτικού νομοθετικού
πλαισίου.
|