|
Οπως
δείχνουν τα στοιχεία, τα
περισσότερα έργα
καταλήγουν κυρίως σε
τέσσερις-πέντε εταιρείες
του χώρου, από τις
περίπου 300 που είναι
καταχωρισμένες στο
σχετικό Μητρώο
αδειοδοτήσεων, είτε
μεμονωμένα είτε σε
συνεργασία μεταξύ τους.
Ανάδοχοι
φορείς εκτός από τα
Επιμελητήρια,
περιφέρειες, δήμους και
ινστιτούτα εμφανίζονται
και ομοσπονδίες, όπως
των
κομμωτών-κομμωτηρίων,
επισκευαστών
αυτοκινήτων,
ταπητοκαθαριστών και
σιδερωτηρίων, εργατών
μετάλλου και όπου αλλού
μπορεί να υπάρχουν
άνεργοι ή εργαζόμενοι οι
οποίοι έχουν ανάγκη να
επανακαταρτιστούν και να
αποκτήσουν νέες
δεξιότητες. Αξιοσημείωτο
είναι ότι ένας από τους
φορείς που έχει
υλοποιήσει τέτοια έργα
είναι και ο ΣΕΒ,
ακολουθώντας κατά τα
φαινόμενα αντίστοιχες
πρακτικές.
«Εύλογα
ερωτήματα»
Η
υπόθεση Παναγόπουλου και
η έρευνα τόσο της Αρχής
για το ξέπλυμα χρήματος
όσο και της Οικονομικής
Εισαγγελίας σε μία μόνο
περίπτωση, αυτή του
Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ,
έφερε στο φως τον τρόπο
με τον οποίο διεξάγεται
η διαδικασία προκηρύξεων
των διαγωνισμών
κατάρτισης. Επίσης, τον
πολυκερματισμό των
ανάδοχων φορέων, κυρίως
κοινωνικών εταίρων και
σωματείων με θεσμική
εκπροσώπηση
επαγγελματιών και
εργαζομένων, οι οποίοι
αναλαμβάνουν να
υλοποιούν τους σχετικούς
διαγωνισμούς.
Πρόκειται για μία πολύ
καλά οργανωμένη
διαδικασία με απόλυτη
προσοχή στις
λεπτομέρειες. Οπως όμως
αναφέρεται στο
«Β», «δημιουργούνται
εύλογα ερωτήματα ως προς
το γεγονός ότι παίρνουν
έργα ελάχιστοι από όσους
δραστηριοποιούνται στα
Κέντρα Διά Βίου Μάθησης
και αυτό ακριβώς θα
πρέπει να ελεγχθεί». Ο
μηχανισμός αυτός δίνει
ιδιαίτερη βαρύτητα στον
τρόπο που οι προκηρύξεις
βγαίνουν στον αέρα και
μετέπειτα στα κριτήρια
των διαγωνισμών που
προκηρύσσουν οι ανάδοχοι
φορείς.
Σχήματα
συνένωσης
Από την
άλλη πλευρά, οι
επιχειρήσεις, αφού έχουν
κερδίσει τον διαγωνισμό,
υλοποιούν τα έργα και
τελικά, όπως προκύπτει
από τα στοιχεία, περνούν
με επιτυχία και τους
σχετικούς ελέγχους όταν
αυτοί γίνονται είτε από
την Ελλάδα είτε από τις
αρμόδιες υπηρεσίες των
Βρυξελλών.
Ο
σχετικός πίνακας που
δημοσιεύει σήμερα το «Β»
είναι ενδεικτικός των
προγραμμάτων που έχουν
συμβασιοποιηθεί, καθώς
υπάρχουν και πολλά ακόμη
τα οποία αν κανείς τα
προσθέσει μπορεί το
συνολικό ύψος των
κονδυλίων για κατάρτιση
στην Ελλάδα την
τελευταία πενταετία να
αγγίζει ακόμα και το 1
δισεκατομμύριο ευρώ.
Από τα
υπάρχοντα στοιχεία των
συμβάσεων φαίνεται πως
τη μερίδα του λέοντος
την παίρνουν εταιρείες
που ανήκουν κυρίως σε
τέσσερα-πέντε φυσικά
πρόσωπα, τα οποία σε
κάποιες περιπτώσεις
μετέχουν σε αυτές και
μέσω στενών συγγενών
τους. Ακόμα, φαίνεται
πως και στην περίπτωση
που τους διαγωνισμούς
κερδίζουν σχήματα
συνένωσης εταιρειών θα
βρει κανείς πάλι τις
ίδιες σε πολλές
περιπτώσεις.
Στους
πρωταγωνιστές των
διαγωνισμών μπορεί
κανείς να δει τις
εταιρείες ΑΠΟΨΗ και
ΣΑΡΩΝΙΣ των
αδελφών Ζαφειρόπουλων,
τις UNIVERSAL, ΕΕΟ GROUP
και ΑΚΜΗ της
οικογένειας Ροδόπουλου (η
τελευταία πουλήθηκε
πρόσφατα στην BC
Partners), τις MASTER
και 3M PLAN του K.
Μανωλίτση, την IDEA
του Λεωνίδα Φάκα, κυρίως
μετέχοντας σε σχήματα με
άλλες εταιρείες.
Ακόμα,
στα σχήματα βρίσκονται
και εταιρείες οι οποίες
εμφανίζονται με
συχνότητα σε έργα που
αναλαμβάνουν ως
διαχειριστές οι
μεγαλύτεροι παίκτες.
Σημειωτέον ότι τα Κέντρα
Διά Βίου Μάθησης
παίρνουν τις σχετικές
άδειες λειτουργίας από
το υπουργείο Παιδείας,
μετά από ελέγχους που
γίνονται για την
πιστοποίηση της
πληρότητάς τους, η οποία
δεν αμφισβητείται καθώς
οι μεγάλες από αυτές
έχουν ισχυρό εκτόπισμα
στον χώρο. Αυτό που
ελέγχεται είναι το πώς
φτάνουν να παίρνουν
λίγοι και εκλεκτοί άνω
του 85% των συνολικών
προγραμμάτων στη χώρα.

Αμφιλεγόμενα κριτήρια
Ερωτηματικά προκαλούν
και τα κριτήρια των
διαγωνισμών, καθώς με
βάση τα στοιχεία σχεδόν
πάντα εμφανίζεται μόνο
ένας υποψήφιος ή ένα
υποψήφιο σχήμα.
Ενδεικτικό παράδειγμα,
τα κριτήρια του
διαγωνισμού για τη
δημιουργία Κέντρων
Ανάπτυξης και
Απασχόλησης στις
νησιωτικές περιφέρειες.
Εκεί στην παράγραφο 2.2
των κριτηρίων αναφέρεται
ότι «οι υποψήφιοι
οικονομικοί φορείς θα
πρέπει επί ποινή
αποκλεισμού να έχουν
μέσο γενικό ετήσιο κύκλο
εργασιών κατά τις τρεις
(3) τελευταίες
διαχειριστικές χρήσεις
(2022, 2023, 2024)
μεγαλύτερο ή ίσο του 50%
του προϋπολογισμού της
υπό ανάθεσης
σύμβασης». Και στην
παράγραφο 2.26 ότι θα
πρέπει να έχουν
εκτελέσει στο ίδιο
διάστημα συγκεκριμένο
έργο «το οποίο να
ανέρχεται, κατά μέσο όρο
στην 3ετία, κατ’
ελάχιστον στο 50% αλλά
και δύο έργα (Α.2) με
αξία 25% έκαστο του
προϋπολογισμού του
διαγωνισμού».
Κέντρα
Πιστοποίησης
Οσο κι
αν ψάξει κανείς, δύσκολα
θα εντοπίσει πάνω από
μία εταιρεία που να
πληροί αυτά τα κριτήρια
σε έναν διαγωνισμό 20
εκατ. ευρώ, όπως ο
συγκεκριμένος, εκτός
ίσως από έναν συνασπισμό
δύο ή τριών από αυτές.
Υπάρχουν, όμως, και
άλλες οι οποίες, αν δεν
υπήρχε προϋπόθεση
συγκεκριμένων τζίρων, θα
μπορούσαν να αναλάβουν
και να εκτελέσουν αυτά
τα έργα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει
και η συμμετοχή των
Κέντρων Πιστοποίησης, τα
οποία είναι ελάχιστα και
συμμετέχουν αναγκαστικά
σε όλα τα προγράμματα
αφού κανένα Κέντρο Διά
Βίου Μάθησης δεν μπορεί
να ολοκληρώσει έργο εάν
πρώτα δεν έχει επιλέξει
ποια εταιρεία θα
πιστοποιήσει τους
ωφελούμενους. Στις
εταιρείες πιστοποίησης
πρωταγωνιστούν η UCERT
του Δημήτρη Δρεπάνη, η
TUV HELLAS και η GLOBAL.
Στον χώρο της κατάρτισης
κυκλοφορεί σαν ανέκδοτο
ότι στην Ελλάδα έχουν
100% επιτυχία τα
προγράμματα κατάρτισης
ενώ στις υπόλοιπες χώρες
της Ευρώπης το ποσοστό
επιτυχούς παρακολούθησης
δεν ξεπερνά το 80%.
Πηγή: Το
Βήμα
|