|
Ακόμη πιο έντονη ήταν η
υποχώρηση στην Αττική,
όπου η οικοδομική
δραστηριότητα
επηρεάστηκε σε
μεγαλύτερο βαθμό, κυρίως
λόγω των αλλαγών στον
Νέο Οικοδομικό
Κανονισμό. Συνολικά
εκδόθηκαν άδειες για
11.864 κατοικίες, με την
πτώση να φτάνει το 10,1%
στον αριθμό, το 20,8%
στην επιφάνεια και το
21,5% στον όγκο.
Αντίστοιχα, η μέση
κατοικία περιορίστηκε
στα 102,6 τ.μ. και 347,4
κυβικά μέτρα.
Σε επιμέρους περιοχές
υψηλής ζήτησης, τα
μεγέθη παραμένουν
χαμηλά: στον Δυτικό
Τομέα Αθηνών
προβλέπονται μόλις 984
νέες κατοικίες, στο
κέντρο της Αθήνας 1.916,
στην Ανατολική Αττική
1.955, ενώ στον Πειραιά
1.961. Τα στοιχεία αυτά
καταδεικνύουν τη
δυσκολία ενίσχυσης της
προσφοράς ακόμη και σε
αγορές με έντονη ζήτηση.
Καθοριστικό ρόλο στην
πτώση έπαιξε η
παρατεταμένη αβεβαιότητα
κατά τους πρώτους μήνες
του έτους, μετά την
απόφαση του Συμβούλιο
της Επικρατείας για τα
μπόνους δόμησης. Η
καθυστέρηση προσαρμογής
του θεσμικού πλαισίου
έως τα τέλη Μαΐου
οδήγησε σε «πάγωμα»
πολλών επενδυτικών
σχεδίων, καθώς
κατασκευαστές και
επενδυτές χρειάστηκε να
επαναξιολογήσουν τα
δεδομένα και τη
βιωσιμότητα των έργων
τους. Αν και από το
καλοκαίρι και μετά
σημειώθηκε ανάκαμψη,
αυτή δεν ήταν αρκετή για
να αντιστρέψει τη
συνολική εικόνα του
έτους.
Η εξέλιξη αυτή
επιβαρύνει περαιτέρω τη
στεγαστική κρίση,
δεδομένου ότι η χώρα
εξακολουθεί να
υπολείπεται σημαντικά σε
επενδύσεις κατοικίας. Το
2024, οι επενδύσεις σε
κατασκευές
αντιστοιχούσαν μόλις στο
6% του ΑΕΠ, έναντι 16,3%
το 2007, ενώ η απόσταση
από τον μέσο όρο της ΕΕ
παραμένει μεγάλη.
Σύμφωνα και με έρευνα
της Deloitte,
η Ελλάδα κατατάχθηκε το
2024 στην 19η θέση
μεταξύ 25 χωρών ως προς
τις νέες κατοικίες, με
μόλις 2,95 νέες μονάδες
ανά 1.000 κατοίκους. Το
στοιχείο αυτό αποτυπώνει
το διαρθρωτικό πρόβλημα
προσφοράς, το οποίο, σε
συνδυασμό με τη διαρκή
ζήτηση, συνεχίζει να
ασκεί πιέσεις στις τιμές
και στην πρόσβαση των
νοικοκυριών στη στέγη.
|