|
Η συγκυρία είναι
κρίσιμη, καθώς η
κυβέρνηση Meloni
ετοιμάζεται να
παρουσιάσει τον
τελευταίο προϋπολογισμό
της πριν από τις
επόμενες γενικές
εκλογές, οι οποίες θα
πρέπει να διεξαχθούν το
αργότερο έως τις 22
Δεκεμβρίου 2027.
Τα πρόσθετα 28 δισ. ευρώ
ανατρέπουν τις
δημοσιονομικές
προβλέψεις
Στις 2 Οκτωβρίου, η
ιταλική κυβέρνηση
ενέκρινε πρόσθετο
δανεισμό 28 δισ. ευρώ
για την επόμενη διετία,
προκειμένου να καλύψει
αυξημένες ανάγκες στον
τομέα της άμυνας και της
ενέργειας.
Παρότι το τελικό πακέτο
είναι μικρότερο από τον
αρχικό σχεδιασμό, η
επιβάρυνση είναι αρκετή
ώστε να οδηγήσει σε
αναθεώρηση των στόχων
για το δημοσιονομικό
έλλειμμα.
|
Δημοσιονομικό
μέγεθος
|
Πρόβλεψη
Απριλίου
|
Νέος στόχος
|
|
Έλλειμμα 2027 (%
ΑΕΠ)
|
2,8%
|
3,4%
|
|
Έλλειμμα 2028 (%
ΑΕΠ)
|
2,5%
|
3,2%
|
Οι πρόσθετες δαπάνες
κατανέμονται ισόποσα
μεταξύ άμυνας και
ενέργειας. Κάθε
κατηγορία αντιστοιχεί σε
επιβάρυνση περίπου 0,3%
του ΑΕΠ ετησίως τόσο το
2027 όσο και το 2028.
Για τη Goldman
Sachs,
η μεταβολή αυτή αποτελεί
σημαντική ανατροπή σε
σχέση με τις
προηγούμενες εκτιμήσεις,
καθώς η αύξηση των
ελλειμμάτων
πραγματοποιείται σε μια
περίοδο κατά την οποία
το κόστος χρηματοδότησης
των ευρωπαϊκών κρατών
παραμένει υψηλό.
Ο Filippo
Taddei,
επικεφαλής οικονομολόγος
της Goldman
Sachs
για την Ευρώπη,
χαρακτηρίζει τους νέους
δημοσιονομικούς στόχους
σημαντική ανοδική
έκπληξη για το έλλειμμα
και επισημαίνει ότι η
επιβάρυνση των δημόσιων
οικονομικών συμπίπτει με
δυσμενέστερες συνθήκες
δανεισμού.
Το κρίσιμο στοιχείο
είναι η πορεία των
επιτοκίων. Εάν η απόδοση
του ιταλικού δεκαετούς
ομολόγου παραμείνει σε
μόνιμη βάση πάνω από το
4%, η δυναμική του
χρέους ενδέχεται να
αποδειχθεί δυσμενέστερη
από τις σημερινές
προβλέψεις, με την
ανοδική τάση να
συνεχίζεται ακόμη και
μετά το 2028.
Οι εκλογές του 2027
προσθέτουν έναν ακόμη
παράγοντα κινδύνου
Πέρα από τα
δημοσιονομικά δεδομένα,
η Goldman
Sachs
εντοπίζει κινδύνους και
στο πολιτικό μέτωπο. Μια
αμφίρροπη εκλογική
αναμέτρηση το 2027 θα
μπορούσε να δυσκολέψει
τη λήψη αποφάσεων για
τον περιορισμό των
ελλειμμάτων, καθώς τα
κόμματα θα επιδιώκουν τη
συγκρότηση κυβερνητικών
συμμαχιών.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, οι πολιτικές
δυνάμεις ενδέχεται να
εμφανιστούν περισσότερο
πρόθυμες να υποστηρίξουν
υψηλότερες δαπάνες,
περιορίζοντας τα
περιθώρια για
δημοσιονομική
προσαρμογή.
Όπως επισημαίνει ο
Taddei,
η χαλάρωση της
δημοσιονομικής
πολιτικής, οι
αυστηρότερες
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες και η
αβεβαιότητα των εκλογών
απειλούν να επιδεινώσουν
τις προοπτικές του
χρέους, έπειτα από
τέσσερα χρόνια
προσπάθειας
δημοσιονομικής
εξυγίανσης.
Την ίδια στιγμή, η
άνοδος των αποδόσεων στα
ευρωπαϊκά ομόλογα
αυξάνει την ευαισθησία
των επενδυτών απέναντι
στις χώρες με υψηλές
δανειακές υποχρεώσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρατίθενται, την
Παρασκευή η απόδοση του
γαλλικού δεκαετούς
ομολόγου διαμορφώθηκε
στο 4,85%, ενώ του
αντίστοιχου ιταλικού στο
4,55%. Η διαφορά
απόδοσης μεταξύ των
ιταλικών και των
γερμανικών δεκαετών
τίτλων βρισκόταν κοντά
στις 108 μονάδες βάσης.
Παράλληλα, η ιταλική
Βουλή ενέκρινε αλλαγές
στο εκλογικό σύστημα, με
μετάβαση από ένα μεικτό
μοντέλο σε ένα
περισσότερο αναλογικό. Η
κυβέρνηση υποστηρίζει
ότι η μεταρρύθμιση θα
ενισχύσει τη
σταθερότητα, ενώ η
αντιπολίτευση εκτιμά ότι
οι αλλαγές αποσκοπούν
στη διατήρηση της
σημερινής πολιτικής
εξουσίας.
Γιατί η Ιταλία βρίσκεται
σε διαφορετική θέση από
τη Γαλλία
Παρά τις αυξανόμενες
ανησυχίες, η σύγκριση
των δύο χωρών δεν είναι
απόλυτη. Η Ιταλία έχει
παρουσιάσει τα τελευταία
χρόνια βελτίωση στα
δημοσιονομικά της
μεγέθη, με το έλλειμμα
να υποχωρεί στο 3,1% του
ΑΕΠ το 2025. Παράλληλα,
η πολιτική σταθερότητα
επί κυβέρνησης
Meloni
έχει συμβάλει στη
βελτίωση της εικόνας των
ιταλικών κρατικών
ομολόγων.
Ένας ακόμη παράγοντας
που διαφοροποιεί τις δύο
αγορές αφορά τη σύνθεση
των επενδυτών που
κατέχουν το δημόσιο
χρέος.
Ο Konstantin
Veit,
διαχειριστής
χαρτοφυλακίου της
PIMCO,
επισημαίνει ότι
σημαντικό μέρος των
γαλλικών κρατικών
ομολόγων βρίσκεται στα
χέρια ξένων επενδυτών,
ενώ στην περίπτωση της
Ιταλίας μεγαλύτερο ρόλο
διαδραματίζουν οι
εγχώριοι επενδυτές.
Η εγχώρια επενδυτική
βάση μπορεί να
λειτουργήσει ως
παράγοντας σταθερότητας
σε περιόδους αναταραχής,
καθώς περιορίζει την
εξάρτηση από τις
διαθέσεις των διεθνών
κεφαλαίων. Δεν
εξαλείφει, ωστόσο, τον
κίνδυνο που δημιουργεί
ένα υψηλό δημόσιο χρέος
όταν το κόστος
αναχρηματοδότησής του
αυξάνεται.
Η Ιταλία διαθέτει,
επίσης, ισχυρότερο
πρωτογενές δημοσιονομικό
ισοζύγιο και ιστορικό
εφαρμογής δύσκολων
δημοσιονομικών μέτρων.
Σύμφωνα με τον
Veit,
τα συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά, σε
συνδυασμό με το
σαφέστερο πολιτικό
περιβάλλον των
τελευταίων ετών,
διατηρούν τη χώρα σε
σχετικά καλύτερη θέση
από τη Γαλλία.
Επιπλέον, οι νέες
δαπάνες εντάσσονται στο
πλαίσιο της
δημοσιονομικής ευελιξίας
που παρέχει η Ευρωπαϊκή
Ένωση για την
αντιμετώπιση των
επιπτώσεων του πολέμου
στην Ουκρανία και της
σύγκρουσης στη Μέση
Ανατολή.
Το γεγονός αυτό
προσφέρει στη Ρώμη
κάποιο περιθώριο
κινήσεων, χωρίς όμως να
αναιρεί την ανάγκη να
διατηρηθεί η εμπιστοσύνη
των αγορών.
Οι επενδυτές
προετοιμάζονται για νέες
πιέσεις στα ιταλικά
ομόλογα
Οι διαφοροποιήσεις σε
σχέση με τη Γαλλία δεν
έχουν αποτρέψει
ορισμένους επενδυτές από
το να υιοθετήσουν πιο
επιφυλακτική στάση
απέναντι στην Ιταλία.
Ο Reinout
De
Bock,
επικεφαλής στρατηγικής
ευρωπαϊκών επιτοκίων της
UBS
Investment
Bank,
έχει γνωστοποιήσει ότι
διατηρεί θέση πώλησης
στα ιταλικά κρατικά
ομόλογα, εκτιμώντας ότι
η χώρα ενδέχεται να
αποτελέσει την επόμενη
εστία ανησυχίας στην
ευρωπαϊκή αγορά χρέους.
Όπως ανέφερε στο
CNBC,
οι μεταρρυθμίσεις που
έχουν πραγματοποιηθεί
δεν αρκούν για να
αποκλείσουν μια νέα
περίοδο πιέσεων, εφόσον
οι αποδόσεις παραμείνουν
υψηλές και οι επενδυτές
αρχίσουν να εστιάζουν εκ
νέου στις δημοσιονομικές
αδυναμίες της χώρας.
Η στάση αυτή δεν
σημαίνει ότι έχει ήδη
εκδηλωθεί κρίση
αντίστοιχη με εκείνη που
αντιμετωπίζει η Γαλλία.
Δείχνει, ωστόσο, ότι η
αγορά γίνεται πιο
επιλεκτική απέναντι στις
ευρωπαϊκές χώρες με
αυξημένες χρηματοδοτικές
ανάγκες.
Για την Ιταλία, το
στοίχημα είναι να
συνεχίσει να
χρηματοδοτεί τις νέες
προτεραιότητές της χωρίς
να υπονομεύσει τη
δημοσιονομική αξιοπιστία
που έχει οικοδομήσει τα
τελευταία χρόνια.
Με το δημόσιο χρέος να
κατευθύνεται προς το
137% του ΑΕΠ, τις
αποδόσεις των ομολόγων
να κινούνται πάνω από το
4% και τις εκλογές του
2027 να πλησιάζουν, η
ισορροπία γίνεται ολοένα
πιο δύσκολη. Το επόμενο
διάστημα θα δείξει εάν
οι αγορές θα συνεχίσουν
να αντιμετωπίζουν την
Ιταλία ως διαφορετική
περίπτωση από τη Γαλλία
ή εάν η αύξηση των
δαπανών θα οδηγήσει σε
νέα διεύρυνση των
πιέσεων στο κόστος
δανεισμού της.
|