|
Παρόλα αυτά, η ίδια η
υπεράσπιση της νέας
προσέγγισης παραμένει
περιορισμένη: η
βιομηχανική πολιτική
εξακολουθεί να
παρουσιάζεται ως
«στοχευμένη και
προσωρινή» εξαίρεση σε
ένα κατά βάση αγοραίο
μοντέλο, και όχι ως
εργαλείο συνολικού
μετασχηματισμού της
οικονομίας.
Οι
νέες αναλύσεις της
Παγκόσμιας Τράπεζας
αναγνωρίζουν ότι η
βιομηχανική πολιτική
μπορεί να εφαρμοστεί σε
διαφορετικά επίπεδα
εισοδήματος και θεσμικά
περιβάλλοντα, με
εργαλεία που δεν
περιορίζονται σε δασμούς
και επιδοτήσεις. Ωστόσο,
η Τράπεζα εξακολουθεί να
βλέπει το κράτος ως
διορθωτή αποτυχιών της
αγοράς και όχι ως ενεργό
διαμορφωτή της.
Το
κρίσιμο ερώτημα δεν
είναι αν πρέπει να
υπάρχει κρατική
παρέμβαση, αλλά ποια
οικονομία θέλουμε να
χτίσουμε και με ποιο
σκοπό. Η σημερινή
προσέγγιση παραμένει
περιορισμένη, καθώς
αντιμετωπίζει τον
δημοσιονομικό χώρο ως
σταθερό όριο, αντί ως
δυνατότητα που μπορεί να
διευρυνθεί μέσω θεσμικής
ικανότητας και
παραγωγικών επενδύσεων.
Η
κλιματική μετάβαση, η
ασφάλεια τροφίμων και
νερού, η δημόσια υγεία
και η οικονομική
ανθεκτικότητα δεν είναι
τομεακά ζητήματα, αλλά
απαιτούν οριζόντιες
αποστολές (missions) σε
ολόκληρη την οικονομία.
Παρότι η Παγκόσμια
Τράπεζα υιοθετεί πλέον
τη γλώσσα των
«αποστολών», στην πράξη
η εφαρμογή παραμένει
κατακερματισμένη σε
τομεακές πολιτικές.
Αντίστοιχα, και το ΔΝΤ,
παρά τις εσωτερικές
αναλύσεις που
αναγνωρίζουν τα όρια της
λιτότητας και της
απορρύθμισης, δεν έχει
μεταφέρει πλήρως αυτά τα
συμπεράσματα στην
πρακτική του.
Το
ζήτημα είναι ότι οι δύο
θεσμοί βρίσκονται στο
κέντρο ενός διεθνούς
συστήματος που
εξακολουθεί να βασίζεται
σε οικονομικές θεωρήσεις
που δεν επιβεβαιώνονται
από την πραγματικότητα.
Αυτές οι πολιτικές
επηρεάζουν το ποιος έχει
πρόσβαση σε ρευστότητα,
πώς αξιολογείται το
δημόσιο χρέος και πόσο
χώρο έχουν οι
κυβερνήσεις να
επενδύσουν.
Οι
ίδιες παραδοχές έχουν
εφαρμοστεί και στις
ανεπτυγμένες οικονομίες,
οδηγώντας σε περιορισμό
των δημόσιων επενδύσεων,
αποδυνάμωση των δημόσιων
υπηρεσιών και μετακύλιση
των κινδύνων στα
νοικοκυριά.
Η
ενεργειακή κρίση στην
Ευρώπη από το 2022 έως
το 2025 κόστισε περίπου
1,8 τρισ. δολάρια σε
κράτη και πολίτες, ενώ
τα οφέλη κατευθύνθηκαν
κυρίως σε εταιρείες
ενέργειας. Αντίθετα, η
Ισπανία δείχνει μια
διαφορετική προσέγγιση:
αντιμετωπίζοντας την
ενέργεια ως στρατηγική
αποστολή και όχι ως
επιδοτούμενο τομέα, έχει
αυξήσει σημαντικά τη
συμμετοχή των
ανανεώσιμων πηγών και
έχει ενισχύσει την
ενεργειακή της ασφάλεια.
Για
να γίνει αυτή η
ανθεκτικότητα κανόνας
και όχι εξαίρεση,
απαιτείται νέο
οικονομικό πλαίσιο:
ισχυροί δημόσιοι θεσμοί
ικανοί να επενδύουν και
να συντονίζουν αγορές
προς το δημόσιο
συμφέρον, χρηματοδότηση
προσανατολισμένη σε
αποστολές και όχι σε
περιοριστικούς δείκτες,
και νέοι τρόποι μέτρησης
της αξίας που να
λαμβάνουν υπόψη το κοινό
καλό.
Σε
αυτή την κατεύθυνση
κινείται η πρόταση για
τη δημιουργία ενός
Παγκόσμιου Συμβουλίου
για τη Νέα Οικονομική
Σκέψη του 21ου αιώνα, με
στόχο τη διαμόρφωση ενός
νέου πλαισίου βασισμένου
στη δικαιοσύνη, την
ισότητα, τη βιωσιμότητα
και την παγκόσμια
αλληλεγγύη.
Το
επιχείρημα για μια νέα
οικονομική προσέγγιση
έχει ήδη κερδίσει
έδαφος· το επόμενο βήμα
είναι η εφαρμογή του.
Η
Μαριάνα Ματσουκάτο,
καθηγήτρια στο
University College
London, είναι ιδρύτρια
και διευθύντρια του UCL
Institute for Innovation
and Public Purpose.
Είναι συγγραφέας πολλών
βιβλίων, μεταξύ των
οποίων τα The
Entrepreneurial State:
Debunking Public vs.
Private Sector Myths
(Penguin, 2023), The
Value of Everything:
Making and Taking in the
Global Economy (Penguin
Books, 2019), Mission
Economy: A Moonshot
Guide to Changing
Capitalism (Penguin
Books, 2022), The Big
Con: How the Consulting
Industry Weakens Our
Businesses, Infantilizes
Our Governments and
Warps Our Economies
(Penguin Press, 2023),
καθώς και το επερχόμενο
The Common Good Economy:
A New Compass (Allen
Lane, Ιούνιος 2026).
Η
Λάρα Μέρλινγκ είναι
ερευνήτρια (research
fellow) στη βιομηχανική
στρατηγική στο UCL
Institute for Innovation
and Public Purpose.
Πηγή: Project Syndicate
|