|
Ιδιαίτερη βαρύτητα
δίνεται και στις
οικονομικές επιδόσεις
του ΕΦΚΑ. Για το 2026,
τα συνολικά έσοδα από
ασφαλιστικές εισφορές
προβλέπεται να ανέλθουν
στα 16,8 δισ. ευρώ,
αυξημένα κατά 4,5% σε
σχέση με το 2025, όταν
είχαν διαμορφωθεί στα
16,2 δισ. ευρώ.
Από αυτά, περίπου 9,21
δισ. ευρώ αναμένεται να
προέλθουν από
εργοδοτικές εισφορές,
5,74 δισ. ευρώ από
εισφορές εργαζομένων,
1,42 δισ. ευρώ από
αυτοαπασχολούμενους και
περίπου 452 εκατ. ευρώ
από ασφαλισμένους στον
αγροτικό τομέα. Τα
στοιχεία αποτυπώνουν
τόσο τη διεύρυνση της
απασχόλησης όσο και την
αύξηση των δηλωμένων
αποδοχών τα τελευταία
χρόνια.
Καθοριστικό ρόλο στην
ενίσχυση των εσόδων
διαδραματίζει η ψηφιακή
κάρτα εργασίας, μέσω της
οποίας καταγράφονται
πλέον μεγάλες ποσότητες
υπερωριακής απασχόλησης
που στο παρελθόν
παρέμεναν αδήλωτες ή
εκτός ασφαλιστικού
συστήματος. Σύμφωνα με
τις εκτιμήσεις, ακόμη
και η κατάργηση εισφορών
στην προσαύξηση των
υπερωριών δεν οδήγησε σε
απώλεια εσόδων, καθώς η
αύξηση των δηλωμένων
υπερωριών αντιστάθμισε
το κόστος.
Επιπλέον έσοδα
προκύπτουν και από τους
εργαζόμενους
συνταξιούχους, μετά την
αλλαγή του πλαισίου
απασχόλησής τους.
Υπολογίζεται ότι περίπου
300.000 συνταξιούχοι
εργάζονται πλέον νόμιμα
και καταβάλλουν κανονικά
ασφαλιστικές εισφορές.
Στελέχη της κοινωνικής
ασφάλισης εκτιμούν ότι
το 60%-70% της αύξησης
των εσόδων συνδέεται με
τη διεύρυνση της
απασχόλησης και την
αύξηση των εργαζόμενων
συνταξιούχων.
Παρά τις ήδη σημαντικές
μειώσεις εισφορών από το
2019, συνολικού ύψους
5,4 ποσοστιαίων μονάδων,
η εισπραξιμότητα του
συστήματος δεν έχει
επηρεαστεί αρνητικά. Το
συνολικό ποσοστό
ασφαλιστικών κρατήσεων
έχει περιοριστεί από το
40,56% στο 35,16%, ενώ
με τη νέα παρέμβαση του
2027 αναμένεται να
μειωθεί περαιτέρω,
ενισχύοντας τόσο τα
καθαρά εισοδήματα όσο
και την
ανταγωνιστικότητα των
επιχειρήσεων.
Οι πληροφορίες
συγκλίνουν στο ότι η νέα
μείωση θα προέλθει
κυρίως από τις εισφορές
υπέρ υγειονομικής
κάλυψης και θα αφορά
αποκλειστικά τις
εργοδοτικές
επιβαρύνσεις. Στόχος
είναι να δοθεί κίνητρο
στις επιχειρήσεις για
αυξήσεις αποδοχών και
νέες προσλήψεις, στο
πλαίσιο ενός άτυπου
«κοινωνικού συμβολαίου»
χαμηλότερων εισφορών
έναντι καλύτερων μισθών.
Εάν η μείωση περιοριστεί
στο 0,5%, το πιθανότερο
είναι ότι θα προκύψει
αποκλειστικά από τον
κλάδο υγείας. Αν όμως ο
διαθέσιμος
δημοσιονομικός χώρος
επιτρέψει περικοπή κατά
1 ποσοστιαία μονάδα,
τότε εξετάζεται ευρύτερη
μείωση εργοδοτικών
βαρών, με συμμετοχή και
εισφορών που σχετίζονται
με τη ΔΥΠΑ και
προγράμματα κατάρτισης.
Αντίθετα, εκτός
σχεδιασμού παραμένουν οι
εισφορές κύριας και
επικουρικής ασφάλισης,
καθώς θεωρούνται
κρίσιμες για τη
χρηματοδότηση του
ασφαλιστικού συστήματος.
Το ίδιο ισχύει, προς το
παρόν, και για την
εργοδοτική εισφορά υπέρ
ανεργίας.
Το κόστος της παρέμβασης
υπολογίζεται περίπου στα
220 εκατ. ευρώ ετησίως
για μείωση κατά 0,5
μονάδα, ενώ για περικοπή
κατά 1 μονάδα η απώλεια
εσόδων εκτιμάται κοντά
στα 450 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, το οικονομικό
επιτελείο θεωρεί ότι
μέρος αυτής της απώλειας
ανακτάται μέσω της
αύξησης της απασχόλησης
και των υψηλότερων
μισθών.
Εφόσον υλοποιηθεί νέα
μείωση κατά 0,5 μονάδα,
η συνολική αποκλιμάκωση
εισφορών από το 2019 θα
φτάσει τις 5,9
ποσοστιαίες μονάδες,
οδηγώντας το συνολικό
ποσοστό κοντά στο
35,66%. Σε περίπτωση
μείωσης κατά 1 μονάδα, η
συνολική αποκλιμάκωση θα
πλησιάσει τις 6,5
μονάδες.
Παρά τις μειώσεις των
τελευταίων ετών, η
Ελλάδα εξακολουθεί να
συγκαταλέγεται στις
χώρες με υψηλή
φορολογική επιβάρυνση
της εργασίας. Σύμφωνα με
τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το
tax
wedge
για έναν άγαμο
εργαζόμενο με μέσο
εισόδημα διαμορφώθηκε το
2025 στο 39,3%, ποσοστό
υψηλότερο από τον μέσο
όρο των χωρών του
οργανισμού,
κατατάσσοντας τη χώρα
στο ανώτερο μισό της
σχετικής λίστας.
|