|
Οι επερχόμενες αλλαγές,
οι προκλήσεις για τις
επιχειρήσεις και οι
δυνατότητες που
προσφέρουν η τεχνητή
νοημοσύνη και η ανάλυση
δεδομένων βρέθηκαν στο
επίκεντρο του 3ου
Financial
Crime
Symposium
της Deloitte,
το οποίο
πραγματοποιήθηκε στο
Ωδείο Αθηνών, με τη
συμμετοχή εκπροσώπων
εποπτικών αρχών,
χρηματοπιστωτικών
οργανισμών και
επιχειρήσεων.
Έγκαιρη προσαρμογή και
αποτελεσματικότεροι
έλεγχοι
Βασικό συμπέρασμα των
συζητήσεων ήταν ότι η
συμμόρφωση με τις νέες
απαιτήσεις προϋποθέτει
έγκαιρη και συντονισμένη
προετοιμασία σε επίπεδο
εταιρικής διακυβέρνησης,
πολιτικών, διαδικασιών,
τεχνολογικών συστημάτων
και ανθρώπινου
δυναμικού.
Πρώτο βήμα αποτελεί η
συστηματική καταγραφή
των διαφορών μεταξύ των
υφιστάμενων πρακτικών
και των νέων
κανονιστικών απαιτήσεων.
Με βάση αυτή την
αξιολόγηση, οι
οργανισμοί καλούνται να
καταρτίσουν συγκεκριμένα
σχέδια προσαρμογής, με
σαφείς προτεραιότητες
και δυνατότητα
επικαιροποίησης, καθώς
θα εξειδικεύονται τα
τεχνικά πρότυπα και οι
εποπτικές κατευθύνσεις.
Δεν αρκεί, ωστόσο, η
τυπική συμμόρφωση. Οι
επιχειρήσεις θα πρέπει
να αποδεικνύουν ότι οι
μηχανισμοί πρόληψης
λειτουργούν ουσιαστικά,
εντοπίζουν ύποπτες
δραστηριότητες και
επιτρέπουν τη λήψη
έγκαιρων και
τεκμηριωμένων αποφάσεων.
Καθοριστική είναι η
σύνδεση της αξιολόγησης
κινδύνου με την
καθημερινή λειτουργία,
αλλά και με τις
στρατηγικές επιλογές
κάθε οργανισμού. Οι
έλεγχοι πρέπει να
ανταποκρίνονται στο
πραγματικό επίπεδο
έκθεσης σε κινδύνους,
ενώ ιδιαίτερη σημασία
έχουν η ενεργός
συμμετοχή της διοίκησης,
ο σαφής καταμερισμός
αρμοδιοτήτων, η διάθεση
επαρκών πόρων και η
ουσιαστική ενημέρωση του
διοικητικού συμβουλίου.
Αξιόπιστα δεδομένα και
τεχνητή νοημοσύνη
Η ποιότητα των δεδομένων
αναδείχθηκε σε βασική
προϋπόθεση για την
αποτελεσματική πρόληψη
του οικονομικού
εγκλήματος. Η ύπαρξη
αξιόπιστων,
επικαιροποιημένων και
τεκμηριωμένης προέλευσης
στοιχείων ενισχύει τους
ελέγχους για την
ταυτοποίηση και την
αξιολόγηση των πελατών,
την παρακολούθηση των
συναλλαγών και την
παροχή πληροφόρησης στις
αρμόδιες εποπτικές
αρχές.
Παράλληλα, η τακτική
επανεξέταση του προφίλ
κινδύνου των πελατών,
όταν μεταβάλλονται τα
χαρακτηριστικά τους ή η
συναλλακτική τους
συμπεριφορά, μπορεί να
συμβάλει στον ταχύτερο
εντοπισμό νέων απειλών.
Η καλύτερη στόχευση των
ελέγχων και ο
ανασχεδιασμός των
διαδικασιών μπορούν,
επιπλέον, να περιορίσουν
τις αδικαιολόγητες
καθυστερήσεις και να
βελτιώσουν την
εξυπηρέτηση των πελατών.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε
και στις εφαρμογές της
τεχνητής νοημοσύνης, οι
οποίες μπορούν να
υποστηρίξουν τη
διερεύνηση υποθέσεων,
την επεξεργασία μεγάλου
όγκου εγγράφων και την
παρακολούθηση συναλλαγών
για τον εντοπισμό
ασυνήθιστων μοτίβων.
Η μετάβαση από τις
πιλοτικές εφαρμογές στην
καθημερινή επιχειρησιακή
λειτουργία απαιτεί,
ωστόσο, συγκεκριμένο
στόχο, σαφή κατανομή
ευθυνών, μετρήσιμα
κριτήρια αξιολόγησης και
υψηλή ποιότητα
δεδομένων. Η ανθρώπινη
εποπτεία, η δυνατότητα
εξήγησης των
αποτελεσμάτων και η
ιχνηλασιμότητα των
αποφάσεων παραμένουν
απαραίτητες
προϋποθέσεις, καθώς η
τελική ευθύνη για τη
χρήση της τεχνολογίας
εξακολουθεί να βαρύνει
τους ίδιους τους
οργανισμούς.
Διαφορετικοί κίνδυνοι
ανά κλάδο και ανάγκη
συνεργασίας
Οι συζητήσεις για τις
επιμέρους αγορές
ανέδειξαν ότι δεν μπορεί
να εφαρμοστεί ένα ενιαίο
μοντέλο ελέγχων σε όλους
τους κλάδους. Οι
κίνδυνοι και οι
απαιτήσεις
διαφοροποιούνται ανάλογα
με το επιχειρηματικό
μοντέλο και τη φύση των
συναλλαγών.
Από τις υπηρεσίες
πληρωμών και τη
διαχείριση πιστώσεων έως
την ασφαλιστική αγορά,
τα ακίνητα, τα τυχερά
παίγνια και την αγορά
έργων τέχνης και
αρχαιοτήτων, η
αποτελεσματική πρόληψη
απαιτεί εξειδικευμένη
γνώση, κατάλληλες
διαδικασίες και ελέγχους
προσαρμοσμένους στα
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
κάθε δραστηριότητας.
Κοινός παρονομαστής
αποτελεί η συνεργασία
μεταξύ των
επιχειρησιακών μονάδων,
των στελεχών
κανονιστικής
συμμόρφωσης, των ομάδων
τεχνολογίας και των
αρμόδιων αρχών. Η
ανταλλαγή πληροφοριών,
με την τήρηση των
προβλεπόμενων νομικών
εγγυήσεων και των
κανόνων προστασίας
προσωπικών δεδομένων,
μπορεί να ενισχύσει την
ικανότητα εντοπισμού
ύποπτων συναλλαγών και
να βελτιώσει τη συνολική
αποτελεσματικότητα των
ελεγκτικών μηχανισμών.
Η αντιμετώπιση του
οικονομικού εγκλήματος
αναδεικνύεται, συνεπώς,
σε ευρύτερη στρατηγική
ευθύνη για τις
επιχειρήσεις, καθώς
συνδέεται όχι μόνο με
την κανονιστική
συμμόρφωση, αλλά και με
την ανθεκτικότητα των
οργανισμών, την
ακεραιότητα της αγοράς
και την εμπιστοσύνη
πελατών και συνεργατών.
Η
τοποθέτηση της Deloitte
Ο Αλέξης Χατζηπαύλου,
Partner
και Risk,
Regulatory
& Forensic
Leader
της Deloitte
Ελλάδος, υπογράμμισε ότι
η προετοιμασία για το
νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο
απαιτεί σαφείς
προτεραιότητες,
αξιόπιστα δεδομένα και
ελεγκτικούς μηχανισμούς
που αποδεικνύουν την
αποτελεσματικότητά τους
στην πράξη.
Όπως ανέφερε, η
προσαρμογή στις νέες
απαιτήσεις αποτελεί
παράλληλα ευκαιρία για
την ενίσχυση της
ανθεκτικότητας των
οργανισμών και της
εμπιστοσύνης που
απολαμβάνουν από τους
πελάτες και τους
συνεργάτες τους.
Επισήμανε, επίσης, ότι η
διαρκής εξέλιξη του
οικονομικού εγκλήματος
καθιστά αναγκαία τη
συνεχή εκπαίδευση, την
ανταλλαγή εμπειριών και
τη στενότερη συνεργασία
μεταξύ των εμπλεκόμενων
φορέων. Στο πλαίσιο
αυτό, το
Financial
Crime
Symposium
επιδιώκει να ενισχύσει
τον διάλογο μεταξύ της
αγοράς και των εποπτικών
αρχών, συμβάλλοντας στην
καλύτερη κατανόηση των
κοινών προκλήσεων και
στην αναζήτηση πρακτικών
λύσεων ενόψει των
αλλαγών που έρχονται.
|