|
Η φορολογική εκκρεμότητα
που αποτρεπόταν να λυθεί
Πολλοί διεθνείς
επενδυτικοί όμιλοι
προτιμούσαν μέχρι σήμερα
να αποφεύγουν την
Ελλάδα, ακριβώς επειδή η
παρουσία προσωπικού ή
υποστηρικτικών δομών στη
χώρα μπορούσε να
ερμηνευτεί ως άσκηση
επενδυτικής
δραστηριότητας ή ως
δημιουργία μόνιμης
φορολογικής εγκατάστασης
του fund.
Ο κίνδυνος αυτός, έστω
και ως ενδεχόμενη
ερμηνεία των αρχών,
αρκούσε για να κρατά
κλειστές τις πόρτες.
Με το νέο πλαίσιο, ένα
fund
εγκατεστημένο στο
εξωτερικό παραμένει
φορολογικά δεσμευμένο
στη χώρα καταγωγής του,
ακόμα κι αν διατηρεί
στην Ελλάδα λειτουργίες
όπως επενδυτική έρευνα,
ανάλυση κινδύνων,
IT,
λογιστική ή back
office.
Αρκεί αυτές να
απευθύνονται
αποκλειστικά εσωτερικά —
και όχι σε εξωτερικούς
πελάτες. Στην ίδια
λογική, οι εταιρείες
υποστήριξης δεν
υποχρεούνται να λάβουν
άδεια λειτουργίας ως
διαχειριστές κεφαλαίων ή
επενδυτικές
επιχειρήσεις.
Όχι φορολογικό προνόμιο
— αλλά κάτι ουσιαστικό
Η κυβέρνηση επισημαίνει
ότι η ρύθμιση δεν
αποτελεί ειδικό καθεστώς
με μειωμένη φορολόγηση
για τα ίδια τα
funds.
Οι ελληνικές εταιρείες
που θα συσταθούν θα
υπόκεινται πλήρως στον
εταιρικό φόρο, στις
ασφαλιστικές εισφορές
και στις λοιπές
φορολογικές υποχρεώσεις
— ό,τι ισχύει για κάθε
επιχείρηση που
δραστηριοποιείται στη
χώρα.
Ξεχωριστό στοιχείο είναι
η πρόβλεψη για τα
στελέχη που θα επιλέξουν
να μεταφερθούν στην
Ελλάδα αξιοποιώντας το
καθεστώς εισερχόμενων
εργαζομένων (άρθρο 5Γ
ΚΦΕ): οι αμοιβές
carried
interest
και performance
fees
θα φορολογούνται με
συντελεστή 5% για
διάστημα έως επτά ετών,
εφόσον πληρούνται οι
σχετικές προϋποθέσεις.
Τι σημαίνει στην πράξη
Το μοντέλο εταιρείας
υποστήριξης δεν είναι
πρωτοπόρο ευρωπαϊκά —
εφαρμόζεται εδώ και
χρόνια σε αρκετές χώρες
της ΕΕ. Η διαφορά είναι
ότι μέχρι τώρα η Ελλάδα
στερούνταν του θεσμικού
πλαισίου που θα το
επέτρεπε χωρίς νομική
αβεβαιότητα.
Η εντύπωση της αγοράς
κινείται ευνοϊκά, χωρίς
ωστόσο να υπερεκτιμάται
το βήμα: κανείς δεν
προβλέπει ότι η Ελλάδα
θα διεκδικήσει ρόλο
ανάλογο του
Λουξεμβούργου, του
Δουβλίνου ή της Ζυρίχης.
Εκείνο που εκτιμάται,
στο πλαίσιο και της
αυξημένης ορατότητας που
αποκτά η ελληνική
κεφαλαιαγορά μέσω
Euronext,
είναι ότι η Ελλάδα
αποκτά για πρώτη φορά
ένα εργαλείο για να
διεκδικήσει υπηρεσίες
υψηλής προστιθέμενης
αξίας — νομικές,
ελεγκτικές,
τεχνολογικές,
συμβουλευτικές — που
αναπτύσσονται γύρω από
τη διαχείριση κεφαλαίων.
Το κατά πόσο η νέα
ρύθμιση θα μετουσιωθεί
σε πραγματικές
εγκαταστάσεις εξαρτάται
από έναν και μόνο
παράγοντα που γνωρίζει
καλά η ελληνική αγορά:
το αν η νομοθετική
πρόθεση θα συνοδευτεί
από σταθερό και
προβλέψιμο εφαρμοστικό
περιβάλλον.
|