|
Το σχήμα που προωθείται
από το οικονομικό
επιτελείο σε συνεργασία
με το υπουργείο
Κοινωνικής Συνοχής και
Οικογένειας προβλέπει
την επαναξιοποίηση
μεγάλου αριθμού
εγκαταλελειμμένων ή
ανενεργών βιομηχανικών,
εμπορικών και ημιτελών
κτιρίων, τα οποία θα
μπορούν να μετατραπούν
σε κατοικίες. Οι
εταιρείες που θα
συμμετέχουν στο
πρόγραμμα θα λαμβάνουν
πλήρη απαλλαγή από τον
φόρο εισοδήματος για
περίοδο δέκα ετών, υπό
την προϋπόθεση ότι τα
ακίνητα θα διατεθούν
αποκλειστικά για
μακροχρόνια μίσθωση
αντίστοιχης διάρκειας
και με προκαθορισμένο
μίσθωμα.
Η βασική αρχή του
μοντέλου είναι η σύνδεση
της φορολογικής
ελάφρυνσης με την
υποχρέωση διατήρησης
χαμηλών και σταθερών
ενοικίων. Το τελικό ύψος
του μισθώματος θα
καθορίζεται διοικητικά
μέσω υπουργικής
απόφασης, γεγονός που
μετατοπίζει το πλαίσιο
από την ελεύθερη αγορά
σε μια μορφή
ρυθμιζόμενης μισθωτικής
πολιτικής.
Σύμφωνα με τις πρώτες
συζητήσεις, το ετήσιο
μίσθωμα που εξετάζεται
να εφαρμοστεί ενδέχεται
να αντιστοιχεί περίπου
στο 3% έως 4% της
αντικειμενικής αξίας του
ακινήτου, χαμηλότερα από
τις τρέχουσες αποδόσεις
της αγοράς, οι οποίες
κινούνται συχνά στο 5%
έως 7%.
Σε πρακτικό επίπεδο,
αυτό θα μπορούσε να
οδηγήσει σε αισθητά
χαμηλότερα ενοίκια για
τα νοικοκυριά. Για
παράδειγμα, ένα ακίνητο
αξίας 100.000 ευρώ που
σήμερα αποφέρει ενοίκιο
βάσει απόδοσης 5% θα
αντιστοιχούσε σε περίπου
415 ευρώ τον μήνα. Με το
προτεινόμενο μοντέλο
απόδοσης 3%, το ενοίκιο
θα μπορούσε να
διαμορφωθεί γύρω στα 250
ευρώ, δημιουργώντας
σημαντική μείωση στο
μηνιαίο κόστος στέγασης.
Από την πλευρά του
επενδυτή, η αντιπαροχή
θα προέρχεται κυρίως από
τη φορολογική απαλλαγή,
η οποία για εταιρικά
σχήματα μεταφράζεται σε
σημαντικό οικονομικό
όφελος σε βάθος
δεκαετίας. Με αυτόν τον
τρόπο επιχειρείται μια
ανταλλαγή μεταξύ
χαμηλότερου σταθερού
εισοδήματος από ενοίκια
και φορολογικού
κινήτρου, με στόχο την
αύξηση της προσφοράς
κατοικιών.
Η λογική του
προγράμματος
διαφοροποιείται από την
παραδοσιακή αντιμετώπιση
της κατοικίας ως καθαρά
επενδυτικού προϊόντος
και επιχειρεί να την
επαναπροσδιορίσει ως
αγαθό με κοινωνική
διάσταση, το οποίο
υπόκειται σε ρυθμισμένο
πλαίσιο απόδοσης.
Παράλληλα, το νέο
μοντέλο συνδέεται άμεσα
με τη διαπίστωση ότι η
στεγαστική πίεση
οφείλεται κυρίως στη
σημαντική ανισορροπία
μεταξύ προσφοράς και
ζήτησης κατοικιών. Η
ανάπτυξη βραχυχρόνιων
μισθώσεων και η
επενδυτική ζήτηση από το
εξωτερικό έχουν
ενισχύσει περαιτέρω αυτή
την απόκλιση,
περιορίζοντας τη
διαθεσιμότητα κατοικιών
για μακροχρόνια χρήση.
Το «Build
to
Rent»
στοχεύει να αντιστρέψει
εν μέρει αυτή την τάση,
δημιουργώντας νέα
διαθέσιμα ακίνητα με
όρους που θα
καθορίζονται θεσμικά.
Εφόσον εφαρμοστεί σε
ευρεία κλίμακα, μπορεί
να λειτουργήσει ως
μηχανισμός συγκράτησης
των ενοικίων, ιδιαίτερα
στα μεγάλα αστικά κέντρα
όπου το πρόβλημα
στέγασης είναι
εντονότερο.
Ταυτόχρονα, η αύξηση της
προσφοράς κατοικιών με
χαμηλότερο κόστος
ενδέχεται να επηρεάσει
και την αγορά αγοράς
ακινήτων, καθώς η ύπαρξη
πιο προσιτών ενοικίων
μπορεί να μειώσει την
πίεση για αγορά
κατοικίας, ειδικά για
νοικοκυριά που
βρίσκονται στο όριο
μεταξύ ενοικίου και
στεγαστικού δανείου.
Σε κάθε περίπτωση,
πρόκειται για μια
παρέμβαση που επιχειρεί
να επανακαθορίσει τη
σχέση μεταξύ επένδυσης
και στέγης, μεταφέροντας
μέρος της αγοράς από την
καθαρά εμπορική λογική
σε ένα πιο ρυθμιζόμενο
πλαίσιο, με στόχο την
εξισορρόπηση των τιμών
και την ενίσχυση της
προσβασιμότητας στη
στέγη.
|