|
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, οι
κατευθύνσεις προς τις
ναυτιλιακές εταιρείες
και τους πλοιάρχους
είναι σαφείς και
ιδιαίτερα αυστηρές. Η
EOS
Risk
Group
εισηγείται να
αποφεύγονται πλήρως οι
διελεύσεις από το Στενό
του Ορμούζ, ενώ
προτρέπει και στην
αναβολή προσεγγίσεων σε
λιμένες καίριας σημασίας
για την ενεργειακή και
εμπορική δραστηριότητα
της περιοχής. Μεταξύ
αυτών περιλαμβάνονται η
Φουτζέιρα στα Ηνωμένα
Αραβικά Εμιράτα, το
Μπαχρέιν, το Κατάρ, το
Σαλαλάχ στο Ομάν, αλλά
και ο πετρελαϊκός
σταθμός της Βασόρας στο
Ιράκ. Παράλληλα,
ζητείται νέα αποτίμηση
του ρίσκου ακόμη και για
αγκυροβολίες ή λιμενικές
κλήσεις σε κομβικά
σημεία των ΗΑΕ, όπως το
Jebel
Ali,
το Khor
Fakkan
και η Sharjah,
γεγονός που υποδηλώνει
ότι ο κίνδυνος έχει
πλέον αποκτήσει ευρύτερη
γεωγραφική διάσταση.
Η κατακόρυφη επιδείνωση
της ασφάλειας στη
θαλάσσια περιοχή
συνδέεται άμεσα με τη
νέα κλιμάκωση στις
σχέσεις Ηνωμένων
Πολιτειών και Ιράν.
Σύμφωνα με την αποτίμηση
της κατάστασης, η
Ουάσιγκτον έθεσε στην
Τεχεράνη τελεσίγραφο 48
ωρών για την
επαναλειτουργία του
Στενού του Ορμούζ,
συνοδεύοντάς το με
απειλές για πλήγματα σε
ενεργειακές υποδομές.
Από την άλλη πλευρά, το
Ιράν αντέδρασε με
προειδοποιήσεις για
ευρύτερη περιφερειακή
κλιμάκωση, αφήνοντας να
εννοηθεί ότι θα μπορούσε
να στοχεύσει
εγκαταστάσεις ενέργειας
και ύδρευσης στον Κόλπο,
να προχωρήσει ακόμη και
σε πλήρες κλείσιμο του
Στενού, αλλά και να
μεταφέρει την ένταση και
σε άλλα κρίσιμα θαλάσσια
περάσματα, όπως η Ερυθρά
Θάλασσα και το
Bab
el-Mandeb.
Παρά τις δημόσιες
τοποθετήσεις του
Ντόναλντ Τραμπ περί
«παραγωγικών συνομιλιών»
και την αναφορά σε
πενθήμερη αναβολή
στρατιωτικών
επιχειρήσεων, η
κατάσταση μόνο
σταθεροποιημένη δεν
μπορεί να χαρακτηριστεί.
Ιρανικές πηγές
αμφισβητούν ότι
διεξάγονται πραγματικές
διαπραγματεύσεις,
γεγονός που ενισχύει τη
σύγχυση και τη
νευρικότητα στην αγορά
και στη ναυτιλιακή
δραστηριότητα. Έτσι, ενώ
σε ορισμένα σημεία οι
λιμενικές εργασίες στον
Αραβικό Κόλπο έχουν
επανεκκινήσει, η
συνολική επιχειρησιακή
εικόνα παραμένει
εξαιρετικά εύθραυστη και
κάθε άλλο παρά ασφαλής.
Σημαντικές ενεργειακές
και λιμενικές
εγκαταστάσεις
εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν σοβαρά
προβλήματα λειτουργίας ή
να παραμένουν πλήρως
ανενεργές. Σε αυτές
συγκαταλέγεται η
BAPCO
στο Μπαχρέιν, η οποία
βρίσκεται σε καθεστώς
force
majeure,
ο πετρελαϊκός σταθμός
της Βασόρας που είναι
εκτός λειτουργίας από
τις 12 Μαρτίου, οι
τερματικοί σταθμοί
Al
Shaheen
και Halul
στο Κατάρ, καθώς και
εγκαταστάσεις της
Vopak
στη Φουτζέιρα. Ακόμη και
όπου οι λιμένες
συνεχίζουν να
λειτουργούν, όπως στο
Ras
Laffan
και στο Mesaieed,
η εικόνα δεν είναι
καθησυχαστική, καθώς η
QatarEnergy
έχει ήδη προχωρήσει σε
διακοπή της παραγωγής
LNG,
επιβεβαιώνοντας τη
σοβαρότητα της
αναστάτωσης που
επικρατεί.
Ο υψηλός κίνδυνος δεν
περιορίζεται μόνο στις
ζώνες διέλευσης αλλά
επεκτείνεται και σε
συγκεκριμένους λιμένες
που θεωρούνται πλέον
ιδιαίτερα εκτεθειμένοι.
Πλοία που κατευθύνονται
προς λιμάνια στο
Μπαχρέιν, στο Κατάρ ή
στη Φουτζέιρα
αντιμετωπίζουν κίνδυνο
που χαρακτηρίζεται
υψηλός έως ακραίος. Την
ίδια ώρα, αυξημένη
απειλή εντοπίζεται ακόμη
και για το λιμάνι της
Χάιφα στο Ισραήλ, καθώς
υπάρχουν ενδείξεις ότι
ενεργειακές υποδομές θα
μπορούσαν να βρεθούν
άμεσα στο στόχαστρο.
Η επιδείνωση της
κατάστασης αποτυπώνεται
ξεκάθαρα και στον αριθμό
των περιστατικών που
έχουν καταγραφεί εις
βάρος της εμπορικής
ναυτιλίας. Από το τέλος
Φεβρουαρίου μέχρι σήμερα
έχουν σημειωθεί
τουλάχιστον 27 επιθέσεις
ή απόπειρες επιθέσεων
εναντίον εμπορικών
πλοίων στο Στενό του
Ορμούζ, στον Αραβικό
Κόλπο και στον Κόλπο του
Ομάν. Οι θαλάσσιες
κινήσεις που
εξακολουθούν να
πραγματοποιούνται είναι
στην πλειονότητά τους
εξερχόμενες από τον
Περσικό Κόλπο και
αφορούν κυρίως πλοία με
εμφανή σύνδεση με το
Ιράν, γεγονός που
δείχνει ότι οι θαλάσσιοι
διάδρομοι λειτουργούν
πλέον με εξαιρετικά
επιλεκτικό και ασταθή
τρόπο.
Υπό αυτές τις συνθήκες,
οι ναυτιλιακές εταιρείες
καλούνται να ενισχύσουν
σημαντικά τα πρωτόκολλα
ασφαλείας. Οι οδηγίες
περιλαμβάνουν τον
περιορισμό της παρουσίας
μη απαραίτητου
προσωπικού στα ανοιχτά
καταστρώματα, την
εντατικοποίηση της
επιτήρησης, καθώς και τη
διατήρηση αυξημένης
επιχειρησιακής
ετοιμότητας για άμεσες
αλλαγές πορείας ή
ταχύτητας, εφόσον
χρειαστεί. Παράλληλα, η
EOS
Risk
Group
παρακολουθεί στενά και
το ενδεχόμενο
επανεμφάνισης επιθέσεων
από τους Χούθι, οι
οποίοι στο παρελθόν
είχαν βάλει στο
στόχαστρο πλοία που
συνδέονταν με το Ισραήλ,
τις Ηνωμένες Πολιτείες ή
το Ηνωμένο Βασίλειο,
είτε μέσω σημαίας είτε
μέσω ιδιοκτησιακής
σύνδεσης. Παρότι αυτή τη
στιγμή δεν έχει
διαμορφωθεί συγκεκριμένο
ενεργό «προφίλ στόχου»,
η πιθανότητα επαναφοράς
τέτοιων επιθέσεων
παραμένει ανοιχτή, ιδίως
εφόσον η περιφερειακή
ένταση συνεχίσει να
κλιμακώνεται.
Την ίδια ώρα, η έκθεση
φέρνει στο προσκήνιο και
μια δεύτερη πηγή σοβαρής
ανησυχίας: την
επανεμφάνιση της
πειρατείας στον Ινδικό
Ωκεανό και στην ευρύτερη
θαλάσσια ζώνη της
Ανατολικής Αφρικής.
Πρόσφατα περιστατικά
δείχνουν ότι η απειλή
δεν έχει εκλείψει. Στις
26 Φεβρουαρίου
καταγράφηκε επίθεση
ύποπτων πειρατών
εναντίον ιρανικού
αλιευτικού dhow
ανοικτά της Σομαλίας, με
αποτέλεσμα έναν νεκρό
και δύο τραυματίες
μεταξύ των επιτιθέμενων.
Λίγες εβδομάδες
νωρίτερα, στις 30
Ιανουαρίου, εμπορικό
πλοίο καταδιώχθηκε από
ταχύπλοο με πέντε
επιβαίνοντες στα ανοιχτά
του Μογκαντίσου.
Με βάση τα στοιχεία
αυτά, η EOS
αξιολογεί τον κίνδυνο
πειρατείας ως
SUBSTANTIAL
(3/5) σε απόσταση έως
και 600 ναυτικών μιλίων
από τις σομαλικές ακτές.
Ιδιαίτερα ευάλωτα
θεωρούνται τα πλοία με
χαμηλό freeboard,
δηλαδή ύψος κάτω από 10
μέτρα, καθώς και εκείνα
που κινούνται με χαμηλή
ταχύτητα. Για τον λόγο
αυτό, οι συστάσεις προς
τους διαχειριστές πλοίων
είναι συγκεκριμένες:
διατήρηση απόστασης
τουλάχιστον 400 ναυτικών
μιλίων από τις ακτές της
Σομαλίας, χρήση ένοπλων
ομάδων ασφαλείας όπου
αυτό κρίνεται αναγκαίο,
συνεχής παρακολούθηση
μέσω ραντάρ και οπτικών
μέσων, καθώς και έγκαιρη
αναγνώριση ύποπτων
κινήσεων ή εξοπλισμού
που παραπέμπει σε
πειρατική δραστηριότητα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
δίνεται και στον Κόλπο
του Άντεν, όπου η
παρουσία ένοπλης
προστασίας θεωρείται
πλέον ουσιαστικά
απαραίτητη.
Το συνολικό συμπέρασμα
που προκύπτει από την
αξιολόγηση της
EOS
Risk
Group
είναι ότι η διεθνής
ναυτιλία βρίσκεται
αντιμέτωπη με ένα
εξαιρετικά περίπλοκο και
πολυεπίπεδο πλέγμα
απειλών. Στην ίδια
γεωγραφική ζώνη
συνυπάρχουν στρατιωτική
ένταση, κίνδυνοι για
ενεργειακές υποδομές,
επιθέσεις κατά εμπορικών
πλοίων, προβλήματα σε
βασικούς λιμένες και
ταυτόχρονα η
επανεμφάνιση της
πειρατείας. Μέσα σε αυτή
τη συγκυρία, η ασφάλεια
των θαλάσσιων μεταφορών
δεν μπορεί πλέον να
θεωρείται αυτονόητη.
Αντίθετα, εξελίσσεται σε
μια διαρκή και σύνθετη
πρόκληση, που απαιτεί
από τη ναυτιλιακή
βιομηχανία διαρκή
επαγρύπνηση, ευελιξία
στις αποφάσεις και πολύ
πιο ενεργή στρατηγική
διαχείριση κινδύνου.
|