|
Την ίδια περίοδο, οι
ρωσικές εξαγωγές ντίζελ
μειώθηκαν από περίπου
810.000 βαρέλια
ημερησίως το 2025 σε
μόλις 140.000 βαρέλια
τον Σεπτέμβριο του 2026.
Η πτώση ανέρχεται σε
περίπου 670.000 βαρέλια
ημερησίως, καθώς οι
ουκρανικές επιθέσεις
έχουν προκαλέσει ζημιές
σε διυλιστήρια και έχουν
περιορίσει την
παραγωγική τους
δυνατότητα.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν
τη διπλή πίεση που
δέχεται η αγορά: η
απώλεια ρωσικών εξαγωγών
είναι ιδιαίτερα
σημαντική, αλλά η μείωση
των προμηθειών από τον
Περσικό Κόλπο είναι
ακόμη μεγαλύτερη.
Ένα εκατομμύριο βαρέλια
λιγότερα ημερησίως στην
παγκόσμια αγορά
Η συνολική επίπτωση
γίνεται εμφανής στα
στοιχεία της
Kpler,
εταιρείας που
παρακολουθεί τις
θαλάσσιες μεταφορές
πετρελαίου και καυσίμων.
Το 2025, οι παγκόσμιες
εξαγωγές ντίζελ
διαμορφώνονταν σε
περίπου 6,8 εκατ.
βαρέλια ημερησίως,
ποσότητα που
αντιστοιχούσε περίπου
στο ένα τέταρτο της
παγκόσμιας κατανάλωσης.
Τον Σεπτέμβριο του 2026,
οι εξαγωγές είχαν
περιοριστεί στα 5,8
εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Πρόκειται για μείωση
κατά περίπου ένα
εκατομμύριο βαρέλια την
ημέρα, παρά την αύξηση
των εξαγωγών από χώρες
όπως οι Ηνωμένες
Πολιτείες.
Η συρρίκνωση της
προσφοράς έχει ήδη
μεταφερθεί στις τιμές
λιανικής. Στις ΗΠΑ, η
μέση τιμή του ντίζελ
έφθασε στις 5 Οκτωβρίου
τα 6,20 δολάρια ανά
γαλόνι, σύμφωνα με την
Υπηρεσία Πληροφοριών
Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA).
Η τιμή πλησίασε το
ιστορικό υψηλό των 6,50
δολαρίων ανά γαλόνι, το
οποίο είχε καταγραφεί
στις 21 Σεπτεμβρίου.
Πριν από την έναρξη του
πολέμου με το Ιράν, η
μέση τιμή κυμαινόταν
περίπου στα 3,50 δολάρια
ανά γαλόνι. Αντίστοιχη
πίεση καταγράφεται και
στη Βρετανία, όπου η
τιμή του ντίζελ έφθασε
στις 5 Οκτωβρίου τις 199
πένες ανά λίτρο,
πλησιάζοντας επίπεδα
ρεκόρ.
Οι επιπτώσεις δεν
περιορίζονται στους
καταναλωτές που
χρησιμοποιούν
πετρελαιοκίνητα οχήματα.
Το ντίζελ
αποτελεί βασικό καύσιμο
για τις οδικές
εμπορευματικές
μεταφορές, τη ναυτιλία
και μεγάλο μέρος της
εφοδιαστικής αλυσίδας.
Κατά συνέπεια, η αύξηση
του κόστους του
επιβαρύνει τη μεταφορά
προϊόντων και μπορεί να
μεταφερθεί σταδιακά στις
τελικές τιμές,
ενισχύοντας τις
πληθωριστικές πιέσεις.
Οι
ουκρανικές επιθέσεις
περιορίζουν τις ρωσικές
εξαγωγές
Στη
Ρωσία, οι επιθέσεις
ουκρανικών μη
επανδρωμένων αεροσκαφών
έχουν πλήξει
διυλιστήρια, θέτοντας
εκτός λειτουργίας μέρος
της παραγωγικής
δυναμικότητας της χώρας.
Το αποτέλεσμα είναι η
σημαντική μείωση των
εξαγωγών πετρελαϊκών
προϊόντων, σε μια
περίοδο κατά την οποία η
διεθνής αγορά
αντιμετωπίζει ήδη
περιορισμένη
διαθεσιμότητα.
Ο
Jonathan Leader Maynard
του King’s College
London επισημαίνει,
σύμφωνα με το BBC, ότι
αρκετοί αναλυτές
αποδίδουν την υποχώρηση
των ρωσικών εξαγωγών
κυρίως στις ουκρανικές
επιθέσεις και όχι στις
διεθνείς κυρώσεις.
Η
εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία, καθώς η Ρωσία
αποτελεί σημαντικό
προμηθευτή διυλισμένων
προϊόντων στις διεθνείς
αγορές. Η μείωση της
παραγωγής στα
διυλιστήριά της
περιορίζει τις
διαθέσιμες ποσότητες
ντίζελ, ενώ η
αποκατάσταση των ζημιών
και η επαναφορά των
εγκαταστάσεων σε πλήρη
λειτουργία δεν μπορούν
να θεωρηθούν άμεσες
διαδικασίες.
Στη
Μέση Ανατολή, αντίθετα,
οι βασικές δυσκολίες
συνδέονται με τη
στρατιωτική σύγκρουση
και τις επιπτώσεις της
στις ενεργειακές
υποδομές, στα
δεξαμενόπλοια και στις
θαλάσσιες εμπορικές
οδούς.
Παρά την ανάκαμψη των
ροών αργού πετρελαίου
μέσω των Στενών του
Ορμούζ τον Σεπτέμβριο,
οι εξαγωγές διυλισμένου
ντίζελ εξακολουθούν να
κινούνται πολύ
χαμηλότερα από τα
προπολεμικά επίπεδα.
Αυτό αναδεικνύει μια
κρίσιμη διαφορά: η
αποκατάσταση της
μεταφοράς αργού δεν
συνεπάγεται αυτομάτως
και ανάκαμψη της
προσφοράς τελικών
καυσίμων.
Η
λειτουργία των
διυλιστηρίων, η
διαθεσιμότητα των
εξαγωγικών υποδομών και
η ασφαλής μεταφορά των
προϊόντων αποτελούν
ξεχωριστούς παράγοντες
που καθορίζουν την
πραγματική τροφοδοσία
της αγοράς.
Η
αντιπαράθεση Trump –
Zelensky για τις τιμές
των καυσίμων
Η
ενεργειακή κρίση έχει
αποκτήσει και πολιτική
διάσταση στις ΗΠΑ. Ο
Donald Trump έχει
κατηγορήσει τον Ουκρανό
πρόεδρο Volodymyr
Zelensky για τις
επιθέσεις σε ρωσικά
διυλιστήρια, ζητώντας να
σταματήσουν, καθώς
θεωρεί ότι συμβάλλουν
στην επιδείνωση των
ελλείψεων και στην άνοδο
των τιμών.
Παράλληλα, ο Αμερικανός
πρόεδρος ανακοίνωσε
συμφωνία για εισαγωγές
ρωσικού ντίζελ, με στόχο
να ενισχυθεί η προσφορά
και να περιοριστούν οι
τιμές στην αμερικανική
αγορά.
Ωστόσο, η συνολική
εικόνα δείχνει ότι η
κρίση δεν μπορεί να
αποδοθεί αποκλειστικά
στις ουκρανικές
επιθέσεις. Η ταυτόχρονη
μείωση των εξαγωγών από
τη Μέση Ανατολή και τη
Ρωσία έχει περιορίσει
τις διαθέσιμες ποσότητες
σε μια αγορά που δεν
διαθέτει μεγάλα
περιθώρια άμεσης
αναπλήρωσης.
Ο
Paul de Leeuw,
διευθυντής του Energy
Transition Institute στο
Robert Gordon
University, επισημαίνει
ότι η σύγκρουση μεταξύ
ΗΠΑ και Ιράν προκάλεσε
ισχυρό πλήγμα στις
διεθνείς ενεργειακές
αγορές το 2026, ενώ ο
συνεχιζόμενος πόλεμος
Ρωσίας – Ουκρανίας
επιβαρύνει περαιτέρω την
κατάσταση, καθώς οι
επιθέσεις θέτουν ρωσικά
διυλιστήρια εκτός
λειτουργίας.
Από
την πλευρά του, ο
αναλυτής πετρελαίου Rory
Johnson της Commodity
Context υποστηρίζει ότι
οι ουκρανικές επιθέσεις
έχουν ουσιαστικά
περιορίσει την παρουσία
του δεύτερου μεγαλύτερου
εξαγωγέα ντίζελ
παγκοσμίως στη διεθνή
αγορά.
Η
διαφορά μεταξύ των δύο
συγκρούσεων αφορά,
επομένως, τόσο την
έκταση της απώλειας
προσφοράς όσο και τον
τρόπο με τον οποίο αυτή
προκαλείται. Στη Ρωσία,
οι επιθέσεις πλήττουν
άμεσα τη διυλιστική
παραγωγή. Στον Περσικό
Κόλπο, οι πολεμικές
επιχειρήσεις και οι
κίνδυνοι για τη
ναυσιπλοΐα περιορίζουν
τις εξαγωγές από μια
περιοχή με καθοριστικό
ρόλο στον παγκόσμιο
ενεργειακό εφοδιασμό.
Η
αναπλήρωση της προσφοράς
παραμένει δύσκολη
Το
βασικό πρόβλημα για τη
διεθνή αγορά είναι ότι
οι δύο κρίσεις
εξελίσσονται ταυτόχρονα,
αφαιρώντας σημαντικές
ποσότητες ντίζελ από το
παγκόσμιο εμπόριο. Ακόμη
και αν αυξηθούν οι
εξαγωγές από άλλους
προμηθευτές, όπως οι
ΗΠΑ, η αναπλήρωση ενός
εκατομμυρίου βαρελιών
ημερησίως δεν είναι
εύκολη υπόθεση.
Η
περιορισμένη προσφορά,
το αυξημένο κόστος
μεταφοράς και οι
κίνδυνοι στις θαλάσσιες
διαδρομές δημιουργούν
συνθήκες που μπορούν να
διατηρήσουν τις τιμές σε
υψηλά επίπεδα.
Παράλληλα, η διάρκεια
των πολεμικών
επιχειρήσεων και ο
χρόνος που θα απαιτηθεί
για την αποκατάσταση των
διυλιστηρίων θα
καθορίσουν σε μεγάλο
βαθμό την ταχύτητα
ανάκαμψης.
Για
την Ευρώπη, οι εξελίξεις
έχουν ιδιαίτερη σημασία
λόγω της εξάρτησής της
από εισαγόμενα καύσιμα
και της ευαισθησίας των
μεταφορών και της
βιομηχανίας στις
μεταβολές του
ενεργειακού κόστους.
Η
κρίση στο ντίζελ
αποδεικνύει ότι η
διαθεσιμότητα αργού
πετρελαίου δεν αρκεί για
να διασφαλίσει την ομαλή
τροφοδοσία της αγοράς. Η
επάρκεια διυλιστηρίων, η
λειτουργία των
εξαγωγικών εγκαταστάσεων
και η ασφαλής ναυσιπλοΐα
είναι εξίσου κρίσιμες
παράμετροι. Όσο οι δύο
πόλεμοι συνεχίζουν να
περιορίζουν αυτές τις
δυνατότητες, η διεθνής
αγορά καυσίμων θα
παραμένει εκτεθειμένη σε
νέες ελλείψεις και
ανατιμήσεις.
|