|
Η θέση τραπεζών και
servicers
Οι τράπεζες και οι
εταιρείες διαχείρισης
αποδέχονται ότι μετά την
απόφαση δεν μπορεί να
συνεχιστεί ο κλασικός
τοκοχρεωλυτικός
υπολογισμός που
εφαρμόζεται στα συνήθη
στεγαστικά δάνεια.
Υποστηρίζουν όμως ότι ο
τόκος εξακολουθεί να
υπολογίζεται σε κάθε
δόση για το χρονικό
διάστημα που μεσολαβεί
από την έναρξη έως την
καταβολή της
συγκεκριμένης δόσης.
Με βάση αυτή την
προσέγγιση:
η πρώτη δόση
επιβαρύνεται με τόκο
ενός μήνα,
η δωδέκατη δόση με τόκο
δώδεκα μηνών,
η εικοστή τέταρτη δόση
με τόκο είκοσι τεσσάρων
μηνών,
και ούτω καθεξής μέχρι
τη λήξη της ρύθμισης.
Κατά την άποψή τους, η
απόφαση δεν καταργεί τον
τόκο ούτε μεταβάλλει
δραστικά το οικονομικό
αποτέλεσμα των
δικαστικών ρυθμίσεων.
Απλώς αλλάζει τη
μαθηματική βάση πάνω
στην οποία γίνεται ο
υπολογισμός.
Ως παράδειγμα αναφέρουν
δάνειο 120.000 ευρώ με
διάρκεια 20 ετών και
επιτόκιο 3%, όπου η
διαφορά μεταξύ του
συμβατικού
τοκοχρεωλυτικού μοντέλου
και της νέας μεθόδου
υπολογισμού εκτιμάται
περίπου στις 3.500 ευρώ
συνολικά.
Το σκεπτικό της απόφασης
Οι τράπεζες στηρίζουν
την επιχειρηματολογία
τους σε σημείο της
απόφασης όπου αναφέρεται
ότι το δικαστήριο,
καθορίζοντας
συγκεκριμένο αριθμό
δόσεων και χρόνο
καταβολής τους, διασπά
την αρχική οφειλή σε
επιμέρους κεφάλαια.
Κατά συνέπεια, θεωρούν
ότι κάθε δόση αποτελεί
αυτοτελές κεφάλαιο επί
του οποίου μπορεί να
υπολογιστεί τόκος μέχρι
την ημερομηνία καταβολής
της.
Η αντίθετη ερμηνεία
νομικών κύκλων
Από την άλλη πλευρά,
νομικοί που υποστηρίζουν
τους δανειολήπτες
εκτιμούν ότι η παραπάνω
προσέγγιση ουσιαστικά
επιχειρεί να επαναφέρει,
με διαφορετική
μαθηματική διατύπωση,
τον τρόπο υπολογισμού
που η Ολομέλεια του
Αρείου Πάγου θέλησε να
αποκλείσει.
Σύμφωνα με πληροφορίες,
κύκλοι του Ανωτάτου
Δικαστηρίου θεωρούν ότι
η απόφαση είναι σαφής
και δεν προτίθενται να
επανέλθουν με νέα
ερμηνευτική παρέμβαση.
Η θέση του Δημήτρη
Σπυράκου
Ο νομικός και πρώην
Γενικός Γραμματέας
Καταναλωτή Δημήτρης
Σπυράκος, ο οποίος είχε
συμμετάσχει στη σύνταξη
του Νόμου Κατσέλη,
υποστηρίζει ότι η
απόφαση απομακρύνεται
συνειδητά από τη συνήθη
τραπεζική λογική.
Κατά την άποψή του, όταν
το δικαστήριο καθορίζει
συγκεκριμένη μηνιαία
δόση για τη διάσωση της
κύριας κατοικίας, αυτή η
δόση λειτουργεί ως
ανώτατο όριο επιβάρυνσης
για τον οφειλέτη και όχι
ως βάση πάνω στην οποία
μπορούν να προστεθούν
σημαντικοί τόκοι.
Υπογραμμίζει επίσης ότι
ο νόμος έχει κοινωνικό
χαρακτήρα, καθώς
αποσκοπεί στην προστασία
της κύριας κατοικίας και
στην οικονομική
επανένταξη υπερχρεωμένων
νοικοκυριών.
Η άποψη του Ιάκωβου
Βενιέρη
Στο ίδιο πνεύμα κινείται
και ο Ιάκωβος Βενιέρης,
ο οποίος επισημαίνει ότι
ο νομοθέτης εξαρχής
προέβλεψε περιορισμένο
τόκο ως μια μικρή
αποκατάσταση της ζημίας
που υφίσταται ο πιστωτής
λόγω της αδυναμίας
αποπληρωμής του αρχικού
δανείου.
Κατά τον ίδιο, η απόφαση
της Ολομέλειας έλυσε
κυρίως ένα νομικό ζήτημα
και όχι ένα οικονομικό,
καταλήγοντας στο
αυτονόητο συμπέρασμα ότι
ένας υπερχρεωμένος
οφειλέτης που
προστατεύεται δικαστικά
δεν μπορεί να
επιβαρύνεται με τόκους
που παράγουν ουσιαστικό
τραπεζικό κέρδος.
Τι σημαίνει πρακτικά για
τους δανειολήπτες
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον
είναι πώς θα εφαρμοστεί
στην πράξη η απόφαση από
τα δικαστήρια, τις
τράπεζες και τους
servicers.
Εάν επικρατήσει η
ερμηνεία των τραπεζών,
οι τόκοι θα συνεχίσουν
να υφίστανται με σχετικά
περιορισμένη μείωση της
συνολικής επιβάρυνσης.
Εάν όμως υιοθετηθεί η
αυστηρότερη ερμηνεία που
υποστηρίζουν αρκετοί
νομικοί, τότε οι
επιβαρύνσεις των
δανειοληπτών που έχουν
υπαχθεί στον Νόμο
Κατσέλη ενδέχεται να
μειωθούν σημαντικά,
ενισχύοντας ουσιαστικά
την προστασία της κύριας
κατοικίας που αποτέλεσε
τον βασικό σκοπό του
νόμου.
Η διαμάχη επομένως δεν
αφορά μόνο έναν τεχνικό
τρόπο υπολογισμού τόκων,
αλλά το πραγματικό
οικονομικό όφελος που θα
αποκομίσουν χιλιάδες
δανειολήπτες οι οποίοι
εξακολουθούν να
αποπληρώνουν τις οφειλές
τους μέσω των δικαστικών
ρυθμίσεων του Νόμου
Κατσέλη.
|