|
Οι επενδύσεις
greenfield
αφορούν τη δημιουργία
νέων επιχειρηματικών
δραστηριοτήτων ή
εγκαταστάσεων και
διακρίνονται από τις
εξαγορές υφιστάμενων
επιχειρήσεων. Ως εκ
τούτου, η σύνθεσή τους
αποτελεί σημαντικό
δείκτη για το είδος της
παραγωγικής
δραστηριότητας που
προσελκύει μια
οικονομία.
Επιπλέον, η Ελλάδα
προσέλκυσε μόλις το
0,94% των συνολικών
επενδύσεων
greenfield
που κατευθύνθηκαν στην
Ευρώπη το 2025. Το
στοιχείο αυτό δείχνει
ότι, παρά τη βελτίωση
των επιδόσεών της, η
χώρα εξακολουθεί να έχει
σχετικά μικρό μερίδιο
στη συνολική ευρωπαϊκή
επενδυτική
δραστηριότητα.
Άνοδος 34% στην Ελλάδα,
υποχώρηση στην Ευρώπη
Η εικόνα των τελευταίων
ετών είναι, πάντως,
σαφώς πιο θετική για την
Ελλάδα σε σύγκριση με
την ευρωπαϊκή αγορά. Οι
νέες επενδύσεις
greenfield
στη χώρα αυξήθηκαν το
2025 κατά 34% σε σχέση
με το 2024, σύμφωνα με
τα στοιχεία της
EY.
Παρά τη σημαντική
ποσοστιαία άνοδο, ο
απόλυτος αριθμός των
επενδύσεων εξακολουθεί
να είναι σχετικά
χαμηλός. Η Ελλάδα
κατατάχθηκε στη 19η θέση
μεταξύ 47 χωρών που
περιλαμβάνονται στο
ευρωπαϊκό παρατηρητήριο
επενδύσεων της EY.
Στον αντίποδα, η Ευρώπη
κατέγραψε για τρίτη
συνεχόμενη χρονιά μείωση
των άμεσων ξένων
επενδύσεων. Το 2025 ο
αριθμός τους υποχώρησε
κατά 7% σε σύγκριση με
το προηγούμενο έτος, ενώ
η συνολική πτώση από το
2017 έφτασε το 24%.
Η συρρίκνωση της
επενδυτικής
δραστηριότητας είχε
αντίκτυπο και στην
απασχόληση. Οι νέες
θέσεις εργασίας που
συνδέονται με τις
επενδύσεις στην Ευρώπη
μειώθηκαν κατά 25% μέσα
σε ένα έτος.
Αρνητική ήταν η εικόνα
και στις μεγαλύτερες
ευρωπαϊκές οικονομίες,
οι οποίες αποτελούν
παραδοσιακούς πόλους
προσέλκυσης ξένων
κεφαλαίων. Το 2025 οι
επενδύσεις
greenfield
μειώθηκαν κατά 17% στη
Γαλλία, κατά 14% στο
Ηνωμένο Βασίλειο και
κατά 10% στη Γερμανία.
Ακόμη και σε χώρες που
ανταγωνίζονται την
Ελλάδα για την
προσέλκυση επενδυτικών
κεφαλαίων, οι αυξήσεις
ήταν μικρότερες από την
ελληνική επίδοση. Στην
Πολωνία οι επενδύσεις
ενισχύθηκαν κατά 10%,
στη Ρουμανία κατά 16%
και στην Τουρκία κατά
20%.
Η σύγκριση καταδεικνύει
ότι η Ελλάδα κινείται
ανοδικά σε μια περίοδο
κατά την οποία η
ευρωπαϊκή επενδυτική
δραστηριότητα δέχεται
πιέσεις. Το ζητούμενο,
ωστόσο, δεν είναι μόνο η
αύξηση του αριθμού των
επενδύσεων, αλλά και η
προσέλκυση έργων που
δημιουργούν ισχυρότερους
δεσμούς με την εγχώρια
παραγωγή.
Ρεκόρ επενδυτικής
πρόθεσης για την Ελλάδα
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά
είναι τα ευρήματα της
έρευνας της EY
μεταξύ 250 ανώτατων
στελεχών επιχειρήσεων,
από τα οποία τα 191
εκπροσωπούν εταιρείες με
ήδη υφιστάμενη
επενδυτική παρουσία στην
Ελλάδα.
Το 55% των συμμετεχόντων
δήλωσε ότι η επιχείρησή
του σχεδιάζει να
αναπτύξει ή να
επεκτείνει τις
δραστηριότητές της στην
Ελλάδα μέσα στους
επόμενους 12 μήνες,
έναντι 48% στην
αντίστοιχη έρευνα του
2025. Πρόκειται για το
υψηλότερο ποσοστό από το
2019, όταν ξεκίνησε η
συγκεκριμένη έρευνα στη
χώρα.
Η εξέλιξη αποκτά
μεγαλύτερη σημασία αν
συγκριθεί με την
ευρωπαϊκή εικόνα. Σε
πανευρωπαϊκό επίπεδο, το
ποσοστό των επιχειρήσεων
που σχεδιάζουν νέες
επενδύσεις υποχώρησε στο
54%, από 59% το 2025 και
72% το 2024.
Ανά κλάδο, αυξημένη
πρόθεση επέκτασης στην
Ελλάδα καταγράφεται στις
επιχειρήσεις
καταναλωτικών προϊόντων,
με ποσοστό 64%, και στις
εταιρείες τεχνολογίας,
με 60%. Ισχυρό είναι το
ενδιαφέρον και από τις
πολύ μεγάλες
επιχειρήσεις, με ετήσιο
κύκλο εργασιών άνω των
1,5 δισ. ευρώ, καθώς το
70% σχεδιάζει να
αναπτύξει δραστηριότητες
στη χώρα.
Παράλληλα, το 61% των
επιχειρήσεων με έδρα
εκτός Ευρώπης δηλώνει
αντίστοιχη πρόθεση.
Αξιοσημείωτη είναι και η
μεταβολή μεταξύ των
εταιρειών που δεν έχουν
ακόμη εγκατασταθεί στην
Ελλάδα: το ποσοστό όσων
εξετάζουν επέκταση
ανήλθε στο 51%, από
μόλις 22% έναν χρόνο
νωρίτερα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι
η Ελλάδα αποκτά
μεγαλύτερη απήχηση σε
επιχειρήσεις που
αναζητούν νέες αγορές
και επενδυτικές
ευκαιρίες. Ωστόσο, η
πρόθεση για επενδύσεις
δεν συνεπάγεται
αυτομάτως ότι όλα τα
σχέδια θα υλοποιηθούν,
καθώς οι τελικές
αποφάσεις επηρεάζονται
από το κόστος
λειτουργίας, τη
χρηματοδότηση και τις
γενικότερες οικονομικές
συνθήκες.
Λιγότερες αναβολές
επενδύσεων σε σχέση με
την Ευρώπη
Παρά τη θετική εικόνα,
ένα ποσοστό 22% των
επιχειρήσεων που
συμμετείχαν στην έρευνα
δήλωσε ότι αναβάλλει,
ακυρώνει ή περιορίζει τα
επενδυτικά του σχέδια
στην Ελλάδα.
Το ποσοστό παραμένει
σημαντικό, είναι όμως
χαμηλότερο από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο
οποίος διαμορφώνεται στο
34%. Το ίδιο ποσοστό
καταγράφηκε στη
Ρουμανία, ενώ στο Βέλγιο
ανήλθε στο 30%, στην
Ιταλία στο 27% και στη
Γαλλία στο 24%.
Όσον αφορά τους τομείς
στους οποίους οι ξένες
επιχειρήσεις σχεδιάζουν
να επεκτείνουν τις
δραστηριότητές τους,
κυριαρχούν οι πωλήσεις
και το μάρκετινγκ, με
ποσοστό 50%. Ακολουθούν
η εφοδιαστική αλυσίδα με
47% και οι
υποστηρικτικές υπηρεσίες
με 45%, κατηγορία στην
οποία περιλαμβάνονται
δραστηριότητες όπως τα
τηλεφωνικά κέντρα και τα
data
centers.
Η κατανομή αυτή εξηγεί
σε σημαντικό βαθμό γιατί
η αύξηση των ξένων
επενδύσεων δεν
μεταφράζεται με
αντίστοιχο ρυθμό σε
ενίσχυση της
βιομηχανικής παραγωγής.
Οι υπηρεσίες μπορούν να
δημιουργούν θέσεις
εργασίας και οικονομική
δραστηριότητα, αλλά η
ανάπτυξη νέων
παραγωγικών μονάδων έχει
τη δυνατότητα να
ενισχύσει πιο άμεσα τη
βιομηχανική βάση, τις
εξαγωγές και τη ζήτηση
για εγχώριους
προμηθευτές.
Το ενεργειακό κόστος και
η μικρή αγορά
αποθαρρύνουν τη
βιομηχανία
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ,
Σπύρος Θεοδωρόπουλος,
αναγνώρισε ότι η Ελλάδα
έχει γίνει ελκυστικότερη
σε σχέση με το παρελθόν,
υπογραμμίζοντας, ωστόσο,
ότι δεν συγκαταλέγεται
ακόμη στους πλέον
ελκυστικούς επενδυτικούς
προορισμούς.
Μεταξύ των βασικών
εμποδίων για την
προσέλκυση παραγωγικών
βιομηχανικών επενδύσεων
ξεχώρισε το υψηλό
ενεργειακό κόστος και το
περιορισμένο μέγεθος της
εγχώριας αγοράς. Οι δύο
αυτοί παράγοντες μπορούν
να επηρεάσουν την
ανταγωνιστικότητα μιας
νέας μονάδας, ιδίως όταν
αυτή καλείται να
ανταγωνιστεί παραγωγούς
σε μεγαλύτερες αγορές ή
σε χώρες με χαμηλότερο
κόστος λειτουργίας.
Για τον ΣΕΒ, η ενίσχυση
των παραγωγικών
επενδύσεων αποτελεί μία
από τις τρεις βασικές
προτεραιότητες για την
ελληνική οικονομία. Οι
άλλες δύο είναι η
διατήρηση της
δημοσιονομικής
πειθαρχίας και η
πολιτική σταθερότητα.
Όπως διευκρίνισε ο κ.
Θεοδωρόπουλος, η
πολιτική σταθερότητα
έχει σημασία ανεξάρτητα
από τον αριθμό των
κομμάτων που συμμετέχουν
στην κυβέρνηση.
Το ζητούμενο για την
Ελλάδα είναι, συνεπώς,
να αξιοποιήσει τη θετική
δυναμική που
καταγράφεται στην
προσέλκυση ξένων
κεφαλαίων και να
ενισχύσει το μερίδιο των
επενδύσεων που
δημιουργούν νέες
παραγωγικές
εγκαταστάσεις. Η
βελτίωση της επενδυτικής
εικόνας αποτελεί ένα
πρώτο βήμα, αλλά η
μεγαλύτερη πρόκληση
παραμένει η ποιοτική
αναβάθμιση των
επενδύσεων, ώστε να
ενισχυθούν διαχρονικά η
παραγωγικότητα, η
βιομηχανία και η
εξαγωγική δυνατότητα της
ελληνικής οικονομίας.
|