|
Τα ευρήματα βασίζονται
σε δεδομένα από
περισσότερους από 4.300
συμμετέχοντες και
αναδεικνύουν μια
λανθασμένη αλλά
διαδεδομένη υπόθεση: ότι
η αγάπη για τη δουλειά
συνεπάγεται και
μεγαλύτερη διαθεσιμότητα
για επιπλέον
υποχρεώσεις. Στην πράξη,
όμως, αυτή η «αφελής
πεποίθηση» δημιουργεί
έναν φαύλο κύκλο, όπου
οι πιο συνεπείς και
πρόθυμοι εργαζόμενοι
γίνονται και οι πιο
επιβαρυμένοι.
Σε πειραματικό επίπεδο,
περισσότεροι από τους
μισούς managers
(55%) επέλεξαν να
αναθέσουν επιπλέον
εργασία στον πιο
ενθουσιώδη εργαζόμενο,
ανεξαρτήτως απόδοσης ή
εμπειρίας. Όταν μάλιστα
η επιπλέον εργασία
περιόριζε τις
πιθανότητες για
bonus,
το ποσοστό αυτό αυξήθηκε
στο 74%. Ως αποτέλεσμα,
οι εργαζόμενοι με τη
μεγαλύτερη διάθεση
κατέληξαν να έχουν
λιγότερες πιθανότητες
ανταμοιβής, με μόλις το
30% να λαμβάνει τελικά
bonus.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο
είναι ότι οι
managers
υποεκτιμούν την επίδραση
της επιπλέον εργασίας
στην ικανοποίηση των
εργαζομένων. Ενώ
εκτιμούσαν μικρή μείωση
στην ικανοποίηση, οι
ίδιοι οι εργαζόμενοι
δήλωσαν πτώση έως και
πέντε φορές μεγαλύτερη.
Αυτό δείχνει ότι το
πρόβλημα δεν οφείλεται
σε κακή πρόθεση, αλλά σε
λανθασμένη κατανόηση των
κινήτρων.
Στην πράξη, οι
προϊστάμενοι συχνά
στρέφονται στους πιο
αξιόπιστους εργαζόμενους
όταν βρίσκονται υπό
πίεση. Όμως αυτή η
επιλογή οδηγεί σταδιακά
σε υπερφόρτωση των ίδιων
ανθρώπων, αυξάνοντας τον
κίνδυνο «σιωπηλού»
burnout.
Η έρευνα καταλήγει ότι η
λύση δεν είναι να
μειωθεί ο ενθουσιασμός,
αλλά να υπάρξει πιο
ισορροπημένη διαχείριση
της εργασίας. Η
συστηματική
παρακολούθηση του φόρτου
και η δίκαιη κατανομή
των επιπλέον καθηκόντων
μπορούν να αποτρέψουν
την υπερφόρτωση και να
προστατεύσουν τους
εργαζόμενους που σήμερα
θεωρούνται οι πιο
πολύτιμοι.
|