|
Από
την Ουκρανία στη
σημερινή διεθνή
αβεβαιότητα
Για να εξηγήσει πόσο
εύκολα μπορεί να
υποτιμηθεί ο κίνδυνος
ενός πολέμου, ο Ράχμαν
γυρίζει στη Διάσκεψη
Ασφαλείας του Μονάχου,
τον Φεβρουάριο του 2022,
λίγες ημέρες πριν από τη
ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία.
Οι αμερικανικές και
βρετανικές υπηρεσίες
πληροφοριών
προειδοποιούσαν τότε με
σαφήνεια ότι ο Βλαντίμιρ
Πούτιν σχεδίαζε να
εισβάλει. Παρ' όλα αυτά,
αρκετοί Ευρωπαίοι και
Ουκρανοί αξιωματούχοι
εξακολουθούσαν να
εκτιμούν ότι η Μόσχα
ενδεχομένως μπλόφαρε ή
ότι οι προειδοποιήσεις
βασίζονταν σε
λανθασμένες εκτιμήσεις.
Αυτή η αντίφαση, ανάμεσα
στις διαθέσιμες
πληροφορίες και στην
απροθυμία να γίνει
πιστευτό ένα ακραίο
ενδεχόμενο, βρίσκεται
στο επίκεντρο της
επιχειρηματολογίας του.
Ακόμη και όταν οι
προειδοποιήσεις είναι
σαφείς, η αντίληψη ότι
ένας μεγάλος πόλεμος δεν
μπορεί να συμβεί στη
σύγχρονη εποχή ενδέχεται
να εμποδίζει την έγκαιρη
αντίδραση.
Περισσότερα από τέσσερα
χρόνια μετά, η συζήτηση
για έναν παγκόσμιο
πόλεμο έχει επανέλθει
στο προσκήνιο της
διεθνούς πολιτικής. Οι
ηγέτες αναγνωρίζουν
πλέον ανοιχτά τον
κίνδυνο, χωρίς όμως να
συμφωνούν ως προς την
προέλευσή του ή τις
πολιτικές που θα
μπορούσαν να τον
περιορίσουν.
Τραμπ και Ζελένσκι
διαφωνούν για το πώς
μπορεί να ξεσπάσει ένας
παγκόσμιος πόλεμος
Η αντιπαράθεση μεταξύ
του Ντόναλντ Τραμπ και
του Βολοντίμιρ Ζελένσκι
στον Λευκό Οίκο, τον
Φεβρουάριο του 2025,
ανέδειξε δύο εντελώς
διαφορετικές
προσεγγίσεις στον
κίνδυνο μιας
γενικευμένης σύγκρουσης.
Ο Αμερικανός πρόεδρος
υποστήριξε ότι η στάση
του Ουκρανού ηγέτη και η
συνέχιση της δυτικής
στρατιωτικής υποστήριξης
προς το Κίεβο θα
μπορούσαν να οδηγήσουν
σε Τρίτο Παγκόσμιο
Πόλεμο, εκτιμώντας ότι
μια άμεση εμπλοκή των
ΗΠΑ σε σύγκρουση με τη
Ρωσία πρέπει να
αποφευχθεί.
Ο Ζελένσκι, αντίθετα,
θεωρεί ότι η υποχώρηση
απέναντι στη ρωσική
επιθετικότητα δημιουργεί
τις προϋποθέσεις για
νέες επεκτατικές
κινήσεις και, τελικά,
για μια ευρύτερη
πολεμική αναμέτρηση.
Ανάλογες ανησυχίες
εκφράζονται και από την
ηγεσία του ΝΑΤΟ. Ο
γενικός γραμματέας της
Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε,
έχει καλέσει τους
Ευρωπαίους να
προετοιμαστούν για το
ενδεχόμενο πολέμου
μεγάλης κλίμακας,
αντίστοιχου με εκείνους
που γνώρισαν
προηγούμενες γενιές.
Στην Ασία, ο Σι
Τζινπίνγκ έχει αναφερθεί
στην «παγίδα του
Θουκυδίδη», δηλαδή στον
κίνδυνο πολεμικής
σύγκρουσης όταν μια
ανερχόμενη δύναμη
αμφισβητεί την κυρίαρχη
θέση μιας άλλης. Ωστόσο,
η στρατιωτική ενίσχυση
της Κίνας και η
αυξανόμενη πίεση προς
την Ταϊβάν αποτελούν,
σύμφωνα με τον Ράχμαν,
παράγοντες που εντείνουν
ακριβώς αυτή την απειλή.
Πότε μια σειρά
περιφερειακών πολέμων
μετατρέπεται σε
παγκόσμια σύρραξη
Η ύπαρξη πολλών
ταυτόχρονων συγκρούσεων
δεν σημαίνει αυτομάτως
ότι ο κόσμος βρίσκεται
ήδη σε έναν παγκόσμιο
πόλεμο. Ο αρθρογράφος
των Financial
Times
προσδιορίζει δύο βασικά
χαρακτηριστικά που θα
έπρεπε να συντρέχουν:
άμεση στρατιωτική
αναμέτρηση μεταξύ των
ισχυρότερων κρατών και
επέκταση των
εχθροπραξιών σε
περισσότερες από μία
ηπείρους.
Προς το παρόν, εκτιμά
ότι αυτά τα δύο όρια δεν
έχουν ξεπεραστεί. Οι
επιμέρους συγκρούσεις,
ωστόσο, συνδέονται όλο
και περισσότερο μεταξύ
τους, μέσα από
στρατιωτικές
συνεργασίες, ανταλλαγές
τεχνογνωσίας και την
εμπλοκή τρίτων χωρών.
Η συμμετοχή
Βορειοκορεατών
στρατιωτών στο πλευρό
της Ρωσίας έχει ήδη
διευρύνει τη διεθνή
διάσταση του πολέμου
στην Ουκρανία. Την ίδια
στιγμή, η σύγκρουση
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν
διασταυρώνεται με το
ουκρανικό μέτωπο. Η
Τεχεράνη φέρεται να έχει
λάβει ρωσική βοήθεια για
τον εντοπισμό
αμερικανικών στόχων, ενώ
η Ουκρανία έχει
μεταφέρει τεχνογνωσία
αντιμετώπισης μη
επανδρωμένων αεροσκαφών
σε χώρες του Κόλπου.
Στην Ευρώπη, οι
δολιοφθορές, οι
εμπρησμοί και άλλες
ενέργειες που
αποδίδονται στη Ρωσία
ενισχύουν τις ανησυχίες
για την εξάπλωση του
λεγόμενου υβριδικού
πολέμου. Τέτοιες
επιχειρήσεις δημιουργούν
ένα περιβάλλον στο οποίο
γίνεται δυσκολότερο να
διακριθεί η περίοδος
ειρήνης από μια
κατάσταση έμμεσης
αντιπαράθεσης.
Ρωσία, Κίνα, Ιράν και
Βόρεια Κορέα: Μια
συνεργασία με κοινό
αντίπαλο
Οι σχέσεις μεταξύ
Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και
Βόρειας Κορέας δεν
συνιστούν έναν απολύτως
συμπαγή συνασπισμό. Παρά
τις διαφορετικές
προτεραιότητες και τα
επιμέρους συμφέροντά
τους, όμως, οι
στρατιωτικοί,
οικονομικοί και
πολιτικοί δεσμοί τους
έχουν ενισχυθεί.
Η Ρωσία και η Βόρεια
Κορέα υπέγραψαν το 2024
συνθήκη αμοιβαίας
άμυνας. Παράλληλα, ο
Βλαντίμιρ Πούτιν και ο
Σι Τζινπίνγκ έχουν
περιγράψει τη σχέση
Μόσχας και Πεκίνου ως
εταιρική συνεργασία
«χωρίς όρια». Η κινεζική
οικονομική και
τεχνολογική υποστήριξη
έχει συμβάλει στην
ανθεκτικότητα της
ρωσικής οικονομίας
απέναντι στις δυτικές
κυρώσεις.
Κοινός παρονομαστής
αυτών των σχέσεων είναι
η αμφισβήτηση της
διεθνούς αρχιτεκτονικής
ασφαλείας που
διαμορφώθηκε υπό την
ηγεσία των ΗΠΑ.
Η Μόσχα επιδιώκει να
περιορίσει την επιρροή
του ΝΑΤΟ, το Πεκίνο
επιδιώκει να μεταβάλει
την ισορροπία ισχύος
στον Ειρηνικό, ενώ το
Ιράν και η Βόρεια Κορέα
βρίσκονται σε
αντιπαράθεση με
συμμάχους της Ουάσιγκτον
και στηρίζονται, σε
διαφορετικό βαθμό, σε
σχέσεις συνεργασίας με
τη Ρωσία και την Κίνα.
Η προοπτική ταυτόχρονων
κρίσεων στην Ευρώπη και
στην Ασία δημιουργεί ένα
ιδιαίτερα σύνθετο
πρόβλημα για τις ΗΠΑ και
τους συμμάχους τους. Μια
μεγάλη σύγκρουση σε ένα
μέτωπο θα μπορούσε να
περιορίσει τους
διαθέσιμους
στρατιωτικούς και
πολιτικούς πόρους για
την αντιμετώπιση μιας
άλλης κρίσης.
Η
μεταβολή της παγκόσμιας
ισορροπίας ισχύος
Ο Ράχμαν συνδέει την
αύξηση των διεθνών
εντάσεων με τη σταδιακή
μετατόπιση της
οικονομικής και
στρατιωτικής ισχύος από
τη Δύση προς άλλες
δυνάμεις.
Το 1989, οι χώρες της
G7
αντιπροσώπευαν περίπου
τα δύο τρίτα της
παγκόσμιας οικονομικής
παραγωγής. Το 2022, το
μερίδιό τους είχε
περιοριστεί περίπου στο
43%. Παράλληλα, μειώθηκε
η σχετική συμμετοχή τους
στις παγκόσμιες
στρατιωτικές δαπάνες.
Η μεταβολή αυτή έχει
δημιουργήσει μεγαλύτερα
περιθώρια δράσης για
χώρες που επιδιώκουν να
αναθεωρήσουν το
υφιστάμενο διεθνές
σύστημα. Την ίδια ώρα,
οι εμπειρίες των πολέμων
στο Ιράκ και στο
Αφγανιστάν ενίσχυσαν στο
εσωτερικό των ΗΠΑ την
πίεση για περιορισμό των
στρατιωτικών δεσμεύσεων
στο εξωτερικό.
Ο συνδυασμός της
αυξανόμενης ισχύος
ανταγωνιστικών δυνάμεων
και της αβεβαιότητας
γύρω από τη μελλοντική
στάση της Ουάσιγκτον
ενδέχεται να ενθαρρύνει
περισσότερο ριψοκίνδυνες
επιλογές.
Σύμφωνα με στοιχεία του
International
Crisis
Group
που επικαλείται ο
αρθρογράφος, στον κόσμο
βρίσκονται σε εξέλιξη 65
συγκρούσεις, αριθμός που
αποτελεί το υψηλότερο
επίπεδο από το τέλος του
Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Γιατί η επιστροφή στις
σφαίρες επιρροής δεν
εγγυάται την ειρήνη
Μία από τις προσεγγίσεις
που επανέρχονται στη
διεθνή συζήτηση είναι η
αναγνώριση διακριτών
σφαιρών επιρροής για τις
μεγάλες δυνάμεις.
Σύμφωνα με αυτή τη
λογική, η αποδοχή των
στρατηγικών συμφερόντων
κάθε ισχυρού κράτους από
τα υπόλοιπα θα μπορούσε
να περιορίσει τον
κίνδυνο άμεσης
σύγκρουσης.
Ο Ράχμαν αντιμετωπίζει
αυτή την προσέγγιση με
επιφύλαξη. Επισημαίνει
ότι η αναγνώριση μιας
ζώνης επιρροής μπορεί να
αγνοεί τη βούληση των
μικρότερων κρατών και το
δικαίωμά τους να
επιλέγουν τη δική τους
πορεία. Η αντίσταση της
Ουκρανίας στη ρωσική
εισβολή αποτελεί
χαρακτηριστικό
παράδειγμα της δυσκολίας
επιβολής μιας τέτοιας
διευθέτησης.
Επιπλέον, τα συμφέροντα
των μεγάλων δυνάμεων δεν
περιορίζονται σε σαφώς
οριοθετημένες
γεωγραφικές περιοχές. Η
Ταϊβάν, για παράδειγμα,
έχει κομβική θέση στην
παγκόσμια παραγωγή
προηγμένων ημιαγωγών,
γεγονός που προσδίδει
στη σταθερότητα γύρω από
το νησί σημασία πολύ
πέρα από την περιοχή της
Ανατολικής Ασίας.
Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή
Ένωση δεν μπορεί να
αντιμετωπίσει ως απλή
γεωπολιτική διευθέτηση
το ενδεχόμενο να
επιστρέψουν κράτη-μέλη
της σε μια ρωσική σφαίρα
επιρροής. Οι
διαφορετικές αντιλήψεις
για την ασφάλεια και την
κυριαρχία καθιστούν
εξαιρετικά δύσκολη μια
συμφωνία μεταξύ των
μεγάλων δυνάμεων που θα
ικανοποιεί όλες τις
εμπλεκόμενες πλευρές.
Το
κρίσιμο ζήτημα της
αξιοπιστίας της
αποτροπής
Το μεγαλύτερο ερώτημα
αφορά πλέον την
αποτελεσματικότητα της
αποτροπής, δηλαδή την
ικανότητα μιας χώρας ή
μιας συμμαχίας να πείσει
τους αντιπάλους της ότι
το κόστος μιας επίθεσης
θα είναι απαγορευτικό.
Για δεκαετίες, η
αμερικανική στρατιωτική
ισχύς, οι δεσμεύσεις
προς τους συμμάχους και
ο φόβος μιας πυρηνικής
σύγκρουσης λειτουργούσαν
ως βασικοί περιορισμοί
στην πιθανότητα άμεσης
αναμέτρησης μεταξύ
μεγάλων δυνάμεων.
Σήμερα, όμως, η
αβεβαιότητα γύρω από τις
μελλοντικές επιλογές των
ΗΠΑ δημιουργεί νέα
ερωτήματα. Θα
παρενέβαινε πράγματι η
Ουάσιγκτον για να
υπερασπιστεί τις χώρες
της Βαλτικής, την
Πολωνία, την Ιαπωνία ή
τη Βρετανία σε περίπτωση
σοβαρής στρατιωτικής
απειλής;
Αν ένας αντίπαλος
αμφισβητήσει την
αξιοπιστία των
αμερικανικών εγγυήσεων,
ενδέχεται να θεωρήσει
ότι έχει περιθώριο να
προχωρήσει σε μια
ενέργεια που υπό
διαφορετικές συνθήκες θα
απέφευγε. Σε αυτό το
σημείο, μια λανθασμένη
εκτίμηση μπορεί να
μετατρέψει μια
περιφερειακή κρίση σε
ευρύτερη πολεμική
αναμέτρηση.
Η ιστορία προσφέρει
χαρακτηριστικά
παραδείγματα. Το 1914, η
Γερμανία υποτίμησε την
πιθανότητα βρετανικής
παρέμβασης για την
υπεράσπιση του Βελγίου.
Το 1939, ο Αδόλφος
Χίτλερ εκτίμησε ότι η
Βρετανία και η Γαλλία θα
υποχωρούσαν, παρά τις
δεσμεύσεις τους προς την
Πολωνία. Και στις δύο
περιπτώσεις, οι
υπολογισμοί αποδείχθηκαν
λανθασμένοι.
Στο σημερινό περιβάλλον,
η Μόσχα καλείται να
αξιολογήσει κατά πόσο το
Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ θα
ενεργοποιηθεί ουσιαστικά
σε περίπτωση επίθεσης
εναντίον χώρας-μέλους,
ενώ το Πεκίνο πρέπει να
σταθμίσει το ενδεχόμενο
αμερικανικής αντίδρασης
σε μια στρατιωτική
επιχείρηση κατά της
Ταϊβάν.
Η ουσία της
προειδοποίησης του
Ράχμαν βρίσκεται ακριβώς
σε αυτόν τον κίνδυνο:
μια μεγάλη σύγκρουση δεν
χρειάζεται να ξεκινήσει
από μια συνειδητή
απόφαση για παγκόσμιο
πόλεμο. Μπορεί να
προκύψει όταν ένας
ηγέτης θεωρήσει ότι οι
αντίπαλοί του δεν θα
αντιδράσουν και
ανακαλύψει, αφού έχει
ήδη προχωρήσει, ότι
υπολόγισε λανθασμένα τις
προθέσεις τους.
|