|
Το 2023 αποτέλεσε σημείο
καμπής
Η μελέτη καταγράφει το
2023 ως το πρώτο έτος,
μετά το 2009, κατά το
οποίο οι επιστροφές
ξεπέρασαν τις
αναχωρήσεις, ενώ η
θετική αυτή τάση
ενισχύθηκε περαιτέρω το
2024.
Κατά την τελευταία
διετία επέστρεψαν στην
Ελλάδα περίπου 98.000
Έλληνες πολίτες, ενώ
περίπου 69.000
εγκατέλειψαν τη χώρα.
Ειδικότερα:
το 2023 επέστρεψαν
46.091 Έλληνες, έναντι
36.931 που
μετανάστευσαν,
το 2024 οι επιστροφές
αυξήθηκαν στις 51.993,
ενώ οι αναχωρήσεις
περιορίστηκαν στις
32.141.
Πρόκειται για το πρώτο
συνεχόμενο διετές
διάστημα θετικού
μεταναστευτικού
ισοζυγίου από την έναρξη
της οικονομικής κρίσης.
Έξι στους δέκα
μετανάστες έχουν ήδη
επιστρέψει
Από το 2010 έως το 2024
εγκατέλειψαν την Ελλάδα
773.296 Έλληνες πολίτες,
ενώ στο ίδιο διάστημα
επέστρεψαν 473.044.
Με άλλα λόγια, περίπου
το 60% όσων
μετανάστευσαν κατά την
περίοδο της κρίσης έχουν
ήδη επαναπατριστεί.
Η μελέτη επισημαίνει ότι
οι περισσότεροι από
όσους επιστρέφουν
διαθέτουν χαρακτηριστικά
που μπορούν να
ενισχύσουν σημαντικά την
ελληνική οικονομία:
περισσότεροι από τους
μισούς είναι ηλικίας
20-39 ετών,
περίπου τρεις στους
πέντε διαθέτουν
πανεπιστημιακή
εκπαίδευση,
σχεδόν οι μισοί
εργάζονται σε
επαγγέλματα υψηλής
εξειδίκευσης.
Η Ελλάδα στις πρώτες
θέσεις των
επαναπατρισμών
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η
Ελλάδα κατατάσσεται
πλέον στην τέταρτη θέση
μεταξύ των χωρών-μελών
ως προς τις επιστροφές
των πολιτών της.
Παράλληλα, το 93% της
ελληνικής διασποράς
εξακολουθεί να βρίσκεται
συγκεντρωμένο σε μόλις
δώδεκα χώρες του ΟΟΣΑ,
με σημαντικότερους
προορισμούς τη Γερμανία,
τις Ηνωμένες Πολιτείες,
την Αυστραλία, το
Ηνωμένο Βασίλειο και τον
Καναδά.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται
σταδιακή μετατόπιση των
μεταναστευτικών ροών
προς περισσότερο
ενδοευρωπαϊκά πρότυπα
κινητικότητας.
Η επιστροφή δεν αρκεί
από μόνη της
Η έκθεση υπογραμμίζει
ότι η αντιμετώπιση του
brain
drain
δεν ολοκληρώνεται με την
αύξηση των επιστροφών.
Ο ΟΟΣΑ προτείνει τη
δημιουργία μόνιμου
μηχανισμού συντονισμού
των πολιτικών για την
ελληνική διασπορά, καθώς
και στοχευμένες δράσεις
που θα λαμβάνουν υπόψη
τη χώρα διαμονής, την
ηλικία, το επάγγελμα και
τις ιδιαίτερες ανάγκες
κάθε ομάδας.
Μεταξύ των προτάσεων
περιλαμβάνονται:
προγράμματα
mentoring,
μεταφορά τεχνογνωσίας,
ενίσχυση της
επιχειρηματικότητας,
πρόσβαση σε διεθνή
επενδυτικά δίκτυα,
στενότερη συνεργασία
δημόσιου και ιδιωτικού
τομέα.
Η επανένταξη παραμένει
πρόκληση
Παρά τη θετική εικόνα, η
μελέτη επισημαίνει ότι η
επαγγελματική και
κοινωνική ενσωμάτωση των
επαναπατρισθέντων
απαιτεί χρόνο.
Το ποσοστό απασχόλησης
όσων έχουν μόλις
επιστρέψει διαμορφώνεται
περίπου στο 46%, ενώ
αυξάνεται στο 72% μετά
από πέντε χρόνια
παραμονής στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ,
απαιτούνται καλύτερη
πληροφόρηση, ταχύτερη
αναγνώριση
επαγγελματικών
προσόντων, απλούστερες
διοικητικές διαδικασίες
και ουσιαστική
υποστήριξη σε ζητήματα
εργασίας, στέγασης και
οικογενειακής
εγκατάστασης.
Από
το brain gain στο brain
circulation
Η σημαντικότερη ίσως
διαπίστωση της μελέτης
είναι ότι η συζήτηση
μετατοπίζεται πλέον από
το δίλημμα «φυγή ή
επιστροφή» στη λογική
του «brain
circulation».
Στο νέο αυτό μοντέλο, η
γνώση, οι δεξιότητες και
η επαγγελματική εμπειρία
κυκλοφορούν διαρκώς
μεταξύ Ελλάδας και
εξωτερικού μέσω
επαναπατρισμών, διεθνών
συνεργασιών, επενδύσεων,
ερευνητικών δικτύων και
επιχειρηματικών
πρωτοβουλιών.
Το θετικό μεταναστευτικό
ισοζύγιο των δύο
τελευταίων ετών αποτελεί
ισχυρή ένδειξη ότι η
τάση αλλάζει. Ωστόσο,
όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ,
η μονιμοποίηση του
brain
gain
θα εξαρτηθεί από τη
συνέχιση της δημιουργίας
ποιοτικών θέσεων
εργασίας και από τη
δυνατότητα της ελληνικής
οικονομίας να προσφέρει
πραγματικές προοπτικές
επαγγελματικής εξέλιξης
σε όσους επιλέγουν να
επιστρέψουν.
|