|
Περιορισμένες οι
επιπτώσεις για τις
ελληνικές τράπεζες
Οι ελληνικές τράπεζες
εκτιμάται ότι δεν θα
επηρεαστούν σημαντικά
από μια ήπια περαιτέρω
άνοδο των επιτοκίων,
καθώς διαθέτουν ισχυρή
ρευστότητα και
περιορισμένες ανάγκες
χρηματοδότησης.
Αντίθετα, μεγαλύτερη
επίδραση αναμένεται να
έχουν τα κυμαινόμενα
στεγαστικά δάνεια, αν
και οι τραπεζικές
εκτιμήσεις συγκλίνουν
στο ότι δεν
διαμορφώνονται συνθήκες
που θα οδηγούσαν σε
αισθητή αύξηση των
καθυστερήσεων στις
αποπληρωμές.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
η στεγαστική πίστη
εμφανίζει σαφή σημάδια
ανάκαμψης. Σύμφωνα με τα
στοιχεία της Τράπεζας
της Ελλάδος, οι νέες
εκταμιεύσεις στεγαστικών
δανείων στο πρώτο
πεντάμηνο του 2026
ανήλθαν στα 1,3 δισ.
ευρώ, καταγράφοντας
ετήσια αύξηση 105%.
Πόσο αυξήθηκαν οι δόσεις
Η πρώτη αύξηση των
επιτοκίων της ΕΚΤ είχε
άμεση επίδραση κυρίως
στα δάνεια με
κυμαινόμενο επιτόκιο.
Ενδεικτικά, για
στεγαστικό δάνειο ύψους
100.000 ευρώ με διάρκεια
αποπληρωμής 30 ετών, η
μηνιαία δόση αυξήθηκε
περίπου κατά 15 ευρώ,
γεγονός που μεταφράζεται
σε ετήσια επιβάρυνση
περίπου 176 ευρώ.
Μετά την απόφαση της
ΕΚΤ, τα βασικά επιτόκια
διαμορφώθηκαν ως εξής:
επιτόκιο αποδοχής
καταθέσεων:
2,25%
επιτόκιο κύριας
αναχρηματοδότησης:
2,40%
επιτόκιο οριακής
χρηματοδότησης:
2,65%
Οι αλλαγές αυτές
μεταφέρονται στα δάνεια
μέσω της ανόδου του
Euribor,
πάνω στο οποίο
προστίθεται το περιθώριο
(spread)
κάθε τράπεζας.
Η τελική επιβάρυνση
διαφέρει ανάλογα με το
ύψος του δανείου, τη
διάρκεια αποπληρωμής και
τους όρους της σύμβασης,
ενώ όσοι έχουν επιλέξει
σταθερό επιτόκιο δεν
επηρεάζονται όσο διαρκεί
η περίοδος σταθερής
χρέωσης.
Εφόσον οι επόμενες
κινήσεις της ΕΚΤ
παραμείνουν αντίστοιχου
μεγέθους, οι πρόσθετες
αυξήσεις στις δόσεις
εκτιμάται ότι θα είναι
επίσης σχετικά
περιορισμένες.
Ο πληθωρισμός
αποκλιμακώνεται με
αργούς ρυθμούς
Παρά τη σταδιακή
αποκλιμάκωση του
πληθωρισμού, οι πιέσεις
στις τιμές παραμένουν
έντονες.
Ο εναρμονισμένος δείκτης
τιμών καταναλωτή
διαμορφώθηκε τον Ιούνιο
στο 3,9%
στην Ελλάδα και στο
2,8%
στην Ευρωζώνη. Η Τράπεζα
της Ελλάδος προβλέπει
ότι ο ελληνικός
πληθωρισμός θα κινηθεί
κατά μέσο όρο στο
3,8% το 2026,
έναντι 2,9% το
2025, καθώς οι
υψηλές τιμές της
ενέργειας, οι αυξήσεις
στους μισθούς, τα
ενοίκια και η ισχυρή
τουριστική ζήτηση
εξακολουθούν να
στηρίζουν τον πληθωρισμό
στις υπηρεσίες.
Οι προβλέψεις κάνουν
λόγο για σταδιακή
αποκλιμάκωση στο
2,6% το 2027
και στο 2,3% το
2028, ενώ ο
δομικός πληθωρισμός
εκτιμάται ότι θα κινηθεί
από 3% το 2026
στο 2,5% το 2027
και στο 2,3% το
2028.
Ιδιαίτερα έντονη
αναμένεται να είναι
φέτος η άνοδος του
ενεργειακού πληθωρισμού,
ο οποίος προβλέπεται να
φθάσει το 11,1%,
πριν υποχωρήσει κοντά
στο 1%
το 2027.
Παράλληλα, η πρόσφατη
άνοδος των τιμών του
πετρελαίου λόγω της
έντασης στη Μέση
Ανατολή, αλλά και η
αύξηση των τιμών του
φυσικού αερίου εξαιτίας
του ανταγωνισμού για
φορτία LNG
και της ενίσχυσης των
ευρωπαϊκών αποθεμάτων,
διατηρούν ζωντανές τις
ανησυχίες ότι οι
πληθωριστικές πιέσεις θα
αποδειχθούν πιο επίμονες
από ό,τι αρχικά
αναμενόταν.
|