|
Όπως σημειώνει πηγή από
συστημικό όμιλο, οι
κίνδυνοι που απορρέουν
από τις γεωπολιτικές
εντάσεις διακρίνονται σε
δύο βασικές κατηγορίες:
την άμεση έκθεση στη
Μέση Ανατολή και τις
έμμεσες επιπτώσεις μέσω
της οικονομίας.
Περιορισμένη άμεση
έκθεση
Η άμεση έκθεση των
ελληνικών τραπεζών στην
περιοχή θεωρείται
περιορισμένη. Σύμφωνα με
στοιχεία της Τράπεζας
της Ελλάδος, τα δάνεια
προς αντισυμβαλλομένους
από χώρες της Μέσης
Ανατολής δεν ξεπερνούν
το 1% των συνολικών
ανοιγμάτων.
Οι μεγαλύτερες
τοποθετήσεις αφορούν την
Τουρκία, τη Σαουδική
Αραβία και το Κατάρ, με
σημαντικό μέρος αυτών να
σχετίζεται με ομόλογα
και όχι με καθαρό
τραπεζικό δανεισμό.
Οι έμμεσες επιπτώσεις
της κρίσης
Το μεγαλύτερο ρίσκο
προέρχεται από τις
δευτερογενείς συνέπειες
της ενεργειακής κρίσης.
Η άνοδος των τιμών
πετρελαίου και φυσικού
αερίου ενίσχυσε τον
πληθωρισμό και άσκησε
πίεση στο διαθέσιμο
εισόδημα νοικοκυριών και
επιχειρήσεων,
επιβραδύνοντας παράλληλα
την οικονομική
δραστηριότητα.
Η εικόνα αυτή
αποτυπώνεται ήδη στις
εκτιμήσεις για
χαμηλότερους ρυθμούς
ανάπτυξης, ενώ ειδικοί
κλάδοι εμφανίζονται πιο
ευάλωτοι: μεταφορές,
μεταποίηση, ακτοπλοΐα,
γεωργία, κατασκευές και
τουρισμός.
Προσεκτική παρακολούθηση
του πιστωτικού κινδύνου
Οι τράπεζες έχουν
εντείνει την
παρακολούθηση των
επιχειρηματικών
χαρτοφυλακίων τους,
εστιάζοντας σε κλάδους
που επηρεάζονται
περισσότερο από τις
ενεργειακές και
γεωπολιτικές
αναταράξεις, ώστε να
εντοπίζονται έγκαιρα
πιθανές εστίες
πιστωτικού κινδύνου.
Προς το παρόν, δεν
υπάρχουν ενδείξεις
σημαντικής επιδείνωσης ή
εισόδου σε νέο κύκλο
αύξησης των μη
εξυπηρετούμενων δανείων.
Σε περίπτωση περαιτέρω
σταθεροποίησης των
ενεργειακών τιμών, οι
τράπεζες αναμένεται να
προχωρήσουν σε συνολική
επαναξιολόγηση των
χαρτοφυλακίων που
επηρεάστηκαν από την
κρίση, με πιθανές
στοχευμένες παρεμβάσεις
όπου χρειάζεται.
Το «μαξιλάρι» των
τραπεζών
Σημαντικό πλεονέκτημα
για τον κλάδο αποτελεί η
ισχυρή κερδοφορία, που
επιτρέπει τον έγκαιρο
σχηματισμό προβλέψεων
έναντι μελλοντικών
κινδύνων.
Ο δείκτης μη
εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων διαμορφώθηκε
στο τέλος του 2025 στο
3,3%, έναντι 3,8% το
προηγούμενο έτος, παρά
την αύξηση των νέων
καθυστερήσεων.
Η μείωση του δείκτη
αποδίδεται κυρίως στην
πιστωτική επέκταση, αλλά
και σε διαγραφές,
πωλήσεις δανείων και
εισπράξεις,
επιβεβαιώνοντας τη
βελτίωση της συνολικής
εικόνας των τραπεζικών
ισολογισμών.
|