|
Αναλυτές της αγοράς
επισημαίνουν ότι οι
αρχικές προβλέψεις των
τραπεζών ήταν εξαρχής
αρκετά συντηρητικές,
αφήνοντας περιθώρια
θετικών εκπλήξεων. Παρ’
όλα αυτά, το περιβάλλον
για το 2027 παραμένει
αβέβαιο, γεγονός που
εξηγεί γιατί οι
διοικήσεις αποφεύγουν
προς το παρόν πιο
επιθετικές προβλέψεις
για τα επόμενα έτη.
Ικανοποίηση επικρατεί
στα ανώτατα στελέχη των
τραπεζών και για έναν
ακόμη λόγο: κατάφεραν να
περάσουν την περίοδο
αποκλιμάκωσης των
επιτοκίων στην Ευρωζώνη
χωρίς ουσιαστική πίεση
στην κερδοφορία τους.
Παρότι το κόστος
χρήματος μειώθηκε
αισθητά μέσα στο 2025,
τα καθαρά κέρδη των
τραπεζών συνέχισαν να
κινούνται ανοδικά.
Η πτώση των καθαρών
εσόδων από τόκους
αποδείχθηκε
περιορισμένη, κυρίως
χάρη στην ισχυρή
πιστωτική επέκταση και
στις στρατηγικές
αντιστάθμισης κινδύνου
που είχαν εφαρμόσει
εγκαίρως οι ελληνικές
τράπεζες. Παράλληλα,
σημαντική άνοδο
κατέγραψαν τα έσοδα από
προμήθειες, με βασικούς
μοχλούς τις υπηρεσίες
διαχείρισης κεφαλαίων,
τις ασφαλιστικές
εργασίες μέσω τραπεζών
και τον αυξημένο όγκο
νέων χορηγήσεων.
Ταυτόχρονα, οι συνθήκες
στην αγορά επιτοκίων
δείχνουν να αλλάζουν εκ
νέου. Η πτώση των
δεικτών euribor
έχει σταματήσει και οι
αγορές προεξοφλούν πλέον
πιθανές αυξήσεις
επιτοκίων από την
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα, εξέλιξη που
στηρίζει εκ νέου τα
έντοκα έσοδα των
τραπεζών.
Σε ό,τι αφορά τα
αποτελέσματα πρώτου
τριμήνου 2026, οι
Eurobank,
Εθνική Τράπεζα και
Τράπεζα Πειραιώς
εμφάνισαν συνολικά
καθαρά έσοδα από τόκους
ύψους 1,69 δισ. ευρώ,
παρουσιάζοντας μικρή
αύξηση τόσο σε σχέση με
το προηγούμενο τρίμηνο
όσο και σε ετήσια βάση.
Η καθαρή πιστωτική
επέκταση προσέγγισε
συνολικά τα 3 δισ. ευρώ,
επιβεβαιώνοντας ότι η
ζήτηση για χρηματοδότηση
παραμένει ισχυρή. Την
ίδια περίοδο, τα καθαρά
έσοδα από προμήθειες
ανήλθαν σε 527 εκατ.
ευρώ, αυξημένα κατά
περίπου 21% σε σχέση με
το αντίστοιχο διάστημα
του 2025.
Στα λειτουργικά έξοδα
καταγράφηκε συγκρατημένη
αύξηση, παρά τον
πληθωρισμό, τις
μισθολογικές πιέσεις και
την ενσωμάτωση νέων
εξαγορών. Οι τράπεζες
κατάφεραν να περιορίσουν
μέρος αυτής της
επιβάρυνσης μέσω των
προγραμμάτων εθελουσίας
εξόδου που είχαν
υλοποιήσει το
προηγούμενο έτος.
Οι συνολικές
λειτουργικές δαπάνες των
τριών ομίλων
διαμορφώθηκαν στα 822
εκατ. ευρώ, αυξημένες
κατά περίπου 9% σε
ετήσια βάση, ενώ το
κόστος πιστωτικού
κινδύνου παρέμεινε
ουσιαστικά αμετάβλητο.
Συνολικά, οι τρεις
τράπεζες κατέγραψαν
καθαρά κέρδη 885 εκατ.
ευρώ στο πρώτο τρίμηνο
του 2026. Η κερδοφορία
ήταν υψηλότερη σε σχέση
με το προηγούμενο
τρίμηνο, αλλά ελαφρώς
χαμηλότερη έναντι της
αντίστοιχης περιόδου του
2025, κυρίως λόγω
μειωμένων έκτακτων
αποτελεσμάτων.
Παρά τη μικρή αυτή
υποχώρηση, η απόδοση
ιδίων κεφαλαίων
παρέμεινε κοντά στο 15%,
επίπεδο που θεωρείται
ιδιαίτερα ισχυρό για τα
ευρωπαϊκά τραπεζικά
δεδομένα.
|