| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Δευτέρα, 00:01 - 15/06/2026

 

 

Οι μεγάλες δυνάμεις, όπως αποδεικνύεται, δεν έχουν τόση ισχύ όσο νόμιζαν.

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του πέρυσι, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προώθησε απροκάλυπτα μια αντίληψη «η ισχύς καθορίζει το δίκαιο» για να αναδιαμορφώσει τη διεθνή τάξη γύρω από μια σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, μια κοσμοθεωρία όχι πολύ διαφορετική από εκείνη της Ρωσίας ή της Κίνας. Το μέλλον έμοιαζε να διαμορφώνεται από μια φράση που αποδίδεται συχνά στον αρχαίο Έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη: «Οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν, και οι αδύναμοι υποφέρουν ό,τι πρέπει».

Η ρήση, που αρχικά διατύπωσαν οι εισβάλλουσες αθηναϊκές δυνάμεις προς τους καταδικασμένους κατοίκους της Μήλου το 416 π.Χ., είχε ξεχωριστή θέση στην ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ, η οποία προκάλεσε αίσθηση στη διεθνή διάσκεψη του Νταβός τον Ιανουάριο, που συνέπεσε με την κορύφωση της διένεξης της Ευρώπης με τον Τραμπ για τα σχέδιά του να καταλάβει το δανικό νησί της Γροιλανδίας.

Ωστόσο, τώρα φαίνεται ότι οι αδύναμοι δεν είναι τόσο αδύναμοι όσο πολλοί πίστευαν. Και οι ισχυροί δεν μπορούν, επίσης, απλώς να κάνουν ό,τι θέλουν.

 

Πως το Ιράν και η Ουκρανία καταρρίπτουν τη ρήση του Θουκυδίδη

Παρά το γεγονός ότι ο αμερικανικός στρατός έχει χρησιμοποιήσει σημαντικό μέρος των μακράς εμβέλειας πυρομαχικών του και έχει εξουδετερώσει μεγάλο μέρος της ιρανικής ηγεσίας, δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει μια στρατηγική νίκη απέναντι σε μια μεσαία δύναμη όπως το Ιράν. Η Τεχεράνη συνεχίζει τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ. Το θεοκρατικό της σύστημα εξακολουθεί να έχει τον πλήρη έλεγχο και διατηρεί την ικανότητα να εκτοξεύει πυραύλους κατά του Ισραήλ και των κρατών του Κόλπου, με τις πιο πρόσφατες ανταλλαγές πυρών να σημειώνονται αυτή την εβδομάδα.

Η Ουκρανία, επίσης δεν έχει καταρρεύσει. Ο Τραμπ διέκοψε την αμερικανική βοήθεια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο και άσκησε διπλωματική πίεση στο Κίεβο να παραχωρήσει την ανατολική περιοχή του Ντονέτσκ, στο πλαίσιο της συμφωνίας του με τη Ρωσία στη σύνοδο κορυφής του Αυγούστου στην Αλάσκα. Παρ’ όλα αυτά, η Ουκρανία κατάφερε να αλλάξει την πορεία του πολέμου κατά της Ρωσίας, κρατώντας το μέτωπο και προκαλώντας όλο και πιο επώδυνα πλήγματα στο ρωσικό έδαφος.

Αυτές οι εξελίξεις καταδεικνύουν πόσο οι τεχνολογικές εξελίξεις —όπως τα drones και οι πολύ φθηνότεροι πύραυλοι ακριβείας— έχουν εξισώσει σε κάποιο βαθμό το πεδίο μεταξύ μικρότερων κρατών και των μεγάλων δυνάμεων που δαπανούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τις ένοπλες δυνάμεις τους. «Η Ουκρανία βρίσκεται σε πολύ πιο σταθερή θέση λόγω της τεχνολογικής υπεροχής που διαθέτει», σημείωσε η υπουργός Εξωτερικών της Λετονίας Μπάιμπα Μπράζε. Αυτό το κλείσιμο της ψαλίδας ισχύος παγκοσμίως έχει περιορίσει το εύρος των αποτελεσμάτων που μπορεί να επιτύχει η στρατιωτική ισχύς από μόνη της. Η Κίνα παρακολουθεί στενά αυτές τις εξελίξεις, καθώς εξετάζει αν μπορεί ή αν πρέπει να καταλάβει την Ταϊβάν.

Διαφορετικές οι συγκρούσεις κοινά τα αποτελέσματα

Οι συγκρούσεις που μαίνονται στον κόσμο είναι, φυσικά, διαφορετικές μεταξύ τους από πολλές απόψεις. Η Ουκρανία είναι μια δημοκρατία που διεξάγει έναν πόλεμο αυτοάμυνας απέναντι σε μια απρόκλητη ρωσική εισβολή. Το καταπιεστικό καθεστώς του Ιράν έχει σκοτώσει χιλιάδες πολίτες του πριν ξεκινήσουν οι αμερικανικοί και ισραηλινοί βομβαρδισμοί τον Φεβρουάριο, και επί δεκαετίες έχει στηρίξει ένοπλες οργανώσεις αντιπροσώπους που αποσταθεροποιούν τη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, όλοι αυτοί οι πόλεμοι μας δίνουν περίπου το ίδιο μάθημα, όπως δήλωσε σε συνέντευξη ο Ιταλός υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροζέτο: «Το είδος του πολέμου που είχαμε συνηθίσει, το είδος του πολέμου που είχε στο μυαλό της η Ρωσία στην Ουκρανία —η εισβολή και η κατοχή ενός έθνους— δεν μπορούμε ούτε καν να το διανοηθούμε πλέον. Οι πόλεμοι διαρκούν όσο ένα έθνος έχει αντοχή και βούληση να αντισταθεί. Η κατάκτηση ενός κράτους όταν οι πολίτες του είναι έτοιμοι να πολεμήσουν είναι αδύνατη, ακόμη και όταν υπάρχει ανισορροπία ισχύος, όπως μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας ή ακόμη περισσότερο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Είναι δύσκολο ακόμη και για το Ισραήλ, που δεν τα έχει ακόμα καταφέρει απέναντι στη Χαμάς σε κάτι που πρακτικά πρόκειται για μία μόνο πόλη».

Η αλλαγή καθεστώτος —ο στόχος της Ρωσίας στην Ουκρανία και, τουλάχιστον αρχικά, της Αμερικής στο Ιράν— δεν μπορεί πλέον να επιτευχθεί μόνο με τη στρατιωτική ισχύ στη σύγχρονη εποχή, συμφώνησε ο στρατηγός Όνο Έισελσάιμ.

«Είναι σχεδόν αδύνατο να κατακτήσεις τέτοια κράτη παρ’ όλες τις δυνατότητες που διαθέτεις, είτε πρόκειται για τις ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν είτε για τη Ρωσία απέναντι στην Ουκρανία», είπε. «Και αν δεν τα καταφέρεις μέσα στις πρώτες δύο εβδομάδες, τότε καταλήγεις σε μια κατάσταση αδιεξόδου, η οποία είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει. Αν θέλεις να πετύχεις κάτι, πρέπει να το πετύχεις πάρα πολύ γρήγορα».

Τα όρια της ισχύος των μεγάλων δυνάμεων δεν είναι κάτι καινούργιο. Τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα έχουν ταπεινωθεί σε ξένους πολέμους στο παρελθόν. Οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από το Βιετνάμ. Και οι δύο τελικά ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν. Το ιστορικό των ΗΠΑ στην κατοχή του Ιράκ είναι, το λιγότερο, αμφιλεγόμενο.

Οι διαφορές σε σχέση με το παρελθόν

Όμως, σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μεγάλες δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν λόγω παρατεταμένων, επώδυνων ένοπλων αντάρτικων που ακολούθησαν τις συμβατικές στρατιωτικές νίκες και τελικά περιόρισαν την εσωτερική υποστήριξη για τον πόλεμο. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Τα ρωσικά άρματα μάχης δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν στο Κίεβο έπειτα από περισσότερα από τέσσερα χρόνια πολέμου, ενώ οι ρωσικές προελάσεις στο πεδίο έχουν σχεδόν σταματήσει. Οι ΗΠΑ δεν επιχείρησαν καν χερσαίες επιχειρήσεις στο Ιράν, γνωρίζοντας πολύ καλά πόσες απώλειες θα είχαν.

Με την επανάσταση στη διεξαγωγή του πολέμου με τα drones που ήταν αποτέλεσμα της σύγκρουσης Ρωσίας και Ουκρανίας και με την ικανότητα του Ιράν να αναπτύσσει ένα τεράστιο οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς ακριβείας, το τεράστιο πλεονέκτημα του αμερικανικού στρατού στην αεροπορική ισχύ, τις πληροφορίες και την αναγνώριση έχει εν μέρει εξισορροπηθεί. Αυτό έχει καταστήσει αδιανόητη μια συμβατική επίθεση με τεθωρακισμένα -παρόμοια με την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003- κατά της Τεχεράνης. Η ταχεία απομάκρυνση από την εξουσία του ηγέτη της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο τον Ιανουάριο —που τότε φαινόταν ως προάγγελος των εξελίξεων, και ενίσχυσε την επιθυμία του Τραμπ για Γροιλανδία και Ιράν— τώρα φαίνεται ως μια σπάνια εξαίρεση και όχι ως ένδειξη για το πως οι ΗΠΑ θα επιβάλλουν την ισχύ τους στο μέλλον.

Η Κίνα παρακολουθεί στενά αυτές τις εξελίξεις. «Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι άνθρωποι πίστευαν ότι η Ρωσία είναι η δεύτερη ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο. Τώρα η πρώτη και η δεύτερη ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη εμπλέκονται σε πολέμους που δεν πηγαίνουν καλά», δήλωσε ο απόστρατος συνταγματάρχης Ζου Μπο, πρώην διευθυντής στο Κέντρο Διεθνούς Ασφάλειας του Υπουργείου Άμυνας της Κίνας και σήμερα ανώτερος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Τσίνγκχουά του Πεκίνου.

Το βασικό συμπέρασμα της Κίνας, είπε, είναι ότι θα πρέπει να καλέσει Ρώσους ειδικούς για να μοιραστούν τις γνώσεις τους στον σύγχρονο τρόπο διεξαγωγής του πολέμου με drones: «Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός drones, αλλά δεν ξέρουμε πραγματικά πώς να τα χρησιμοποιούμε στρατιωτικά. Μόνο όσες χώρες τα έχουν χρησιμοποιήσει στο πεδίο μάχης μπορούν να σου πουν πόσο αποτελεσματικά είναι».

Η φράση του Θουκυδίδη, που εδώ και καιρό αποτελεί αξίωμα της λεγόμενης ρεαλιστικής σχολής διεθνών σχέσεων, είναι περισσότερο έκφραση μιας ωμής μοιρολατρίας παρά ένας οδηγός για την πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα του κόσμου, όπως υποστήριξε ο ακαδημαϊκός από τη Σιγκαπούρη Μπιλαχάρι Καουσικάν, πρώην πρέσβης της χώρας του στα Ηνωμένα Έθνη. Αν αυτή ήταν αλήθεια, σχολίασε, μια μικρή χώρα όπως τη Σιγκαπούρη θα την είχαν «καταπιεί» οι γείτονες της εδώ και καιρό.

«Όλες οι χώρες έχουν πράγματι ικανότητα δράσης και επιλογές, ακόμη και αν βρίσκονται σε δύσκολες συνθήκες. Το αν έχουν τη σύνεση να αναγνωρίσουν αυτή την ικανότητα και τη δυνατότητα να την ασκήσουν είναι άλλο ζήτημα», ανέφερε.

Τι συμβαίνει με την Ταϊβάν

Σε αντίθεση με την Ουκρανία και το Ιράν, σημείωσε, η Ταϊβάν ίσως να μην έχει τη βούληση να ασκήσει αυτή την ικανότητα δράσης που διαθέτει, καθώς η Κίνα καταφέρνει να μειώνει συνεχώς με επιτυχία την αποφασιστικότητα του πληθυσμού της να αντισταθεί σε μια πιθανή μελλοντική στρατιωτική επιχείρηση. Απορρίπτοντας την πρόταση επανεξοπλισμού της κυβέρνησης, το κοινοβούλιο της Ταϊβάν, στο οποίο πλειοψηφεί η αντιπολίτευση, ενέκρινε τον Μάιο ένα πολύ μικρότερο ειδικό πακέτο αμυντικών δαπανών 25 δισ. δολαρίων, περιορίζοντας μεταξύ άλλων τη χρηματοδότηση για εγχώρια σχεδιασμένα drones και δυνατότητες ασύμμετρου πολέμου. Ο νέος ηγέτης της αντιπολίτευσης, Τζενγκ Λι- Γουν, έχει συναντήσει τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ και έχει υιοθετήσει πιο συμφιλιωτική στάση απέναντι στο Πεκίνο.

«Λέω στους Ταϊβανέζους φίλους μου —χωρίς μεγάλη επιτυχία— ότι έχουν βγάλει τα λάθος συμπεράσματα από την Ουκρανία», είπε ο Καουσικάν. «Το μάθημα δεν είναι ότι οι δημοκρατίες βοηθούν άλλες δημοκρατίες. Το μάθημα είναι ότι οι Ουκρανοί βοήθησαν πρώτα τον εαυτό τους και μετά άλλοι ήταν πρόθυμοι να τους βοηθήσουν».

Οι Φιλιππίνες βρίσκονται επίσης σε διαμάχη με το Πεκίνο και θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν παρόμοιο πρόβλημα ως προς τη βούληση για αντίσταση σε περίπτωση πολέμου. «Οι πληθυσμοί μας έχουν αποκοπεί από την πραγματικότητα της σύγκρουσης. Αυτό που διδάσκεται είναι μια παθητική, γκαντιανή κουλτούρα ειρήνης», δήλωσε ο υπουργός Άμυνας των Φιλιππίνων Γκιλμπέρτο Τεοντόρο Τζούνιορ. «Αλλά για να υπάρχει αυτό, πρέπει να υπάρχει ισχυρή άμυνα ώστε να διασφαλίζεται ένα πολιτικό περιβάλλον που να εγγυάται την ασφάλεια όσων θέλουν να είναι μη βίαιοι».

Η ομιλία Κάρνεϊ και η διδαχή από τη Μήλο

Στην ομιλία του στο Νταβός, ο Καρνεϊ —του οποίου η χώρα αποκαλείται μερικές φορές από τον Τραμπ ως μελλοντική 51η πολιτεία— υποστήριξε ότι οι μεσαίες δυνάμεις όπως ο Καναδάς δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συνεργαστούν για να αποφύγουν την «υποταγή» σε παγκόσμιους ηγεμόνες. Έκτοτε, ευρωπαϊκές χώρες, ασιατικές δημοκρατίες και ο Καναδάς έχουν ενισχύσει τους στρατιωτικούς, οικονομικούς και αμυντικούς δεσμούς τους, εν μέρει για να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ και την Κίνα.

«Αν είναι ενωμένες, οι μεσαίες δυνάμεις μπορούν να αντισταθμίσουν τις μεγάλες δυνάμεις», υποστήριξε ο Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Νίκολας Τενζέρ. «Καμία από αυτές δεν μπορεί μόνη της, αλλά μαζί μπορούν να επιβάλουν αποφάσεις, είτε στρατιωτικά είτε μέσω του διεθνούς δικαίου. Υπάρχει ένα περιθώριο για δράση — αν και αυτό δε σημαίνει ότι θα είναι εύκολο».

Η ιστορία αποτελεί οδηγό για τους κινδύνους που ενέχει η ύβρις των μεγάλων δυνάμεων. Το 416 π.Χ., η άρνηση τους να υποταχθούν στην Αθήνα, την υπερδύναμη της αρχαιότητας, κατέληξε άσχημα για τους Μήλιους. Όλοι οι άνδρες, όπως σημειώνει ο Θουκυδίδης, σφαγιάστηκαν και οι γυναίκες και τα παιδιά έγιναν δούλοι. Ωστόσο, στο τέλος, αυτή η ιμπεριαλιστική αλαζονεία γύρισε μπούμερανγκ στην Αθήνα: έχασε τον ευρύτερο πόλεμο για την κυριαρχία στην Ελλάδα.

Πηγή: The Wall Street Journal

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum