| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τετάρτη, 15/07/2026

 

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ—Ο Περσικός Κόλπος βρίσκεται σε μια ασταθή ισορροπία. Δεν έχει υπάρξει κάποια διαρκής συμφωνία για το άνοιγμα εκ νέου των Στενών του Ορμούζ, επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν παραμένουν πολύ μακριά στις απαιτήσεις τους, με τους Ιρανούς να διαθέτουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο. Ελλείψει μιας πλήρους συμφωνίας, η αναζωπύρωση των συγκρούσεων ήταν εξαιρετικά πιθανή, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στον αυξανόμενο κίνδυνο επιστροφής σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.

Παρόλα αυτά, οι χρηματιστηριακές αγορές κινήθηκαν ανοδικά, με την ελπίδα ότι μια προσωρινή εκεχειρία θα οδηγούσε σε μια πλήρη συμφωνία, ενώ οι αντιδράσεις των αγορών στην τελευταία κλιμάκωση των εντάσεων ήταν περιορισμένες. Ο συνολικός οικονομικός αντίκτυπος —σε όρους ανάπτυξης και πληθωρισμού— ήταν σχετικά μέτριος. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαταραχή που έχει σημειωθεί ποτέ στις παγκόσμιες προμήθειες πετρελαίου, οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 είχαν μεγαλύτερες επιπτώσεις.

 

Η στρατηγική του Ιράν εξακολουθεί να επικεντρώνεται στην εργαλειοποίηση του πετρελαίου, μια πρακτική που έχει μακρά ιστορία. Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η Γερμανία έχασε εν μέρει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή ένας συμμαχικός ναυτικός αποκλεισμός τής στέρησε την πρόσβαση στο πετρέλαιο. Αντίστοιχα, η Αυτοκρατορική Ιαπωνία έλαβε τη μοιραία απόφαση να επιτεθεί στον αμερικανικό στόλο στο Περλ Χάρμπορ επειδή η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Φραγκλίνου Ρούσβελτ είχε επιβάλει εμπάργκο πετρελαίου στην Ιαπωνία λόγω της εισβολής της στην Κίνα, ενώ ο Στάλιν αργότερα υποστήριξε ότι οι Ναζί έχασαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή οι Σοβιετικοί εμπόδισαν τις δυνάμεις του Άξονα να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου.

Μετά τον πόλεμο, η κρίση του Σουέζ το 1956 διέκοψε τις αποστολές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη, καθώς η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ισραήλ ξεκίνησαν μια επιχείρηση για την κατάληψη της Διώρυγας του Σουέζ μετά την εθνικοποίησή της από την Αίγυπτο. (Τελικά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν υπό την πίεση των ΗΠΑ, οι οποίες επικεντρώνονταν στην αποτροπή μιας σύγκρουσης που θα μπορούσε να εμπλέξει τους Σοβιετικούς.) Μια δεκαετία αργότερα, η άμεση αφορμή για τον Πόλεμο των Έξι Ημερών μεταξύ του Ισραήλ και διαφόρων αραβικών κρατών ήταν η προσπάθεια της Αιγύπτου να εμποδίσει τις αποστολές ιρανικού πετρελαίου προς το Ισραήλ μέσω των Στενών του Τιράν.

Οι γεωπολιτικές αναταράξεις της δεκαετίας του 1970 προκάλεσαν μια χαμένη δεκαετία στασιμοπληθωρισμού (αρκετές υφέσεις και υψηλό πληθωρισμό), αδύναμες παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές και διψήφιες αποδόσεις ομολόγων. Τόσο σοβαρές ήταν οι επιπτώσεις, ώστε η δεκαετία του 1970 παραμένει βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Όμως, όπως και ο φετινός πόλεμος, οι μεταγενέστερες πετρελαϊκές κρίσεις που προκλήθηκαν από πολιτικά γεγονότα —μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990, την πετρελαϊκή κρίση του 2000-01, την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 και τον περυσινό πόλεμο των 12 ημερών με το Ιράν— προκάλεσαν πολύ ηπιότερες οικονομικές και χρηματιστηριακές επιπτώσεις.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι γι’ αυτό. Καταρχάς, μετά τη δεκαετία του 1970, οι παραγωγοί του ΟΠΕΚ συνειδητοποίησαν ότι η εργαλειοποίηση του πετρελαίου μπορεί να είναι αντιπαραγωγική. Μια πετρελαϊκή κρίση αρκετά μεγάλη ώστε να προκαλέσει παγκόσμιο στασιμοπληθωρισμό θα οδηγούσε τελικά σε κατάρρευση της ζήτησης για πετρέλαιο και των τιμών, όπως συνέβη το 1981-82. Έτσι, ορισμένοι υπεύθυνοι παίκτες, όπως η Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου, ήταν πρόθυμοι (και είχαν τη δυνατότητα) να αυξήσουν την προσφορά όταν οι γεωπολιτικές κρίσεις προκαλούσαν άνοδο των τιμών του πετρελαίου.

Επιπλέον, από τη δεκαετία του 1970, τα κέρδη ενεργειακής αποδοτικότητας έχουν μειώσει την ποσότητα εισαγόμενου πετρελαίου που χρησιμοποιείται στην παραγωγή και την κατανάλωση. Παράλληλα, η ισχύς του ΟΠΕΚ στην αγορά έχει μειωθεί, καθώς τα μέλη του έθεσαν τα δικά τους συμφέροντα πάνω από την ανάγκη να κινούνται συντονισμένα (με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να είναι ο πιο πρόσφατος αποστάτης), ενώ νέες πηγές προσφοράς έχουν εμφανιστεί —κυρίως στις ΗΠΑ μετά την επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου.

Μετά τις κρίσεις της δεκαετίας του 1970, οι μεγάλες χώρες καταναλωτές πετρελαίου —συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Κίνας και της Ιαπωνίας— δημιούργησαν επίσης στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, τα οποία μπορούν να απελευθερωθούν όταν οι τιμές αυξάνονται (αποτελώντας σημαντική πηγή ανθεκτικότητας φέτος). Παράλληλα, οι εναλλακτικές λύσεις έναντι του πετρελαίου —φυσικό αέριο, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και νέοι, ασφαλέστεροι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (με την ενέργεια σύντηξης πιθανώς να έρχεται την επόμενη δεκαετία)— έχουν αποκτήσει δυναμική και μερίδιο αγοράς. Στο μέλλον, ένα αυξανόμενο μέρος της ενεργειακής ζήτησης (μέσω ηλεκτρικών οχημάτων και μπαταριών) θα καλύπτεται από ηλεκτρική ενέργεια που μπορεί να παραχθεί χωρίς πετρέλαιο.

Ταυτόχρονα, η τυπική μακροοικονομική αντίδραση πολιτικής (τόσο δημοσιονομική όσο και νομισματική) στις πετρελαϊκές κρίσεις έχει βελτιωθεί, γεγονός που έχει βοηθήσει να αποτραπεί μια αποσταθεροποίηση των πληθωριστικών προσδοκιών όπως στη δεκαετία του 1970. Και εν μέρει ως συνέπεια αυτών των παραγόντων, οι πετρελαϊκές κρίσεις έχουν γίνει λιγότερο επίμονες και μικρότερης διάρκειας από εκείνες της δεκαετίας του 1970, οι οποίες διήρκεσαν περίπου μία δεκαετία. Η πετρελαϊκή κρίση του 1990-91 διήρκεσε εννέα μήνες, εκείνη του 2000-01 ήταν ακόμη μικρότερη, ενώ αυτή μετά τον περσινό πόλεμο των 12 ημερών διήρκεσε μόλις λίγες εβδομάδες.

Τέλος, και το σημαντικότερο, σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους όπου οι μακροοικονομικές και χρηματιστηριακές τάσεις κυριαρχούνταν από μια πετρελαϊκή κρίση που μετατράπηκε σε αρνητικό σοκ προσφοράς, η σημερινή κατάσταση χαρακτηρίζεται από ένα διαρθρωτικό θετικό σοκ προσφοράς με τη μορφή της επενδυτικής έκρηξης στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι ευνοϊκές συνθήκες από τον τεχνολογικό κλάδο ενισχύουν την ανάπτυξη και μειώνουν τον πληθωρισμό σε πολλές χώρες και περιοχές, γεγονός που εξηγεί γιατί οι αμερικανικές μετοχές έφτασαν σε νέα υψηλά ακόμη και όταν το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι αυτή την άνοιξη. Αν και έκτοτε υπήρξε διόρθωση μετά την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών, αυτή παρέμεινε περιορισμένη.

Φυσικά, εάν οι τελευταίες συγκρούσεις οδηγήσουν σε πλήρη κλιμάκωση των εχθροπραξιών, οι οικονομικές συνέπειες και οι επιπτώσεις στις αγορές θα μπορούσαν να είναι πιο σοβαρές, με μια παρατεταμένη σύγκρουση να αυξάνει τον κίνδυνο ενός πραγματικά στασιμοπληθωριστικού αποτελέσματος. Αυτό δεν αποτελεί το βασικό σενάριο, όμως οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι οι ακραίοι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι από αυτούς που τιμολογούν σήμερα οι χρηματοπιστωτικές αγορές.

 

Συγγραφέας: Nouriel Roubini

Senior adviser στη Hudson Bay Capital Management LP και Professor Emeritus of Economics στο Stern School of Business του New York University | Συνιδρυτής της Atlas Capital Team, CEO της Roubini Macro Associates, συνιδρυτής του TheBoomBust.com και συγγραφέας του βιβλίου Megathreats: Ten Dangerous Trends That Imperil Our Future, and How to Survive Them (Little, Brown and Company, 2022)

Πηγή: Project Syndicate

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum