|
Κεντρική αλλαγή αποτελεί
η εισαγωγή υποχρεωτικού
κεφαλαιοποιητικού
πυλώνα, εμπνευσμένου από
το «σουηδικό μοντέλο»,
όπου μέρος των εισφορών
θα επενδύεται στις
αγορές. Το ποσοστό θα
ξεκινά από 0,5% και θα
φτάσει σταδιακά έως το
2% των ακαθάριστων
μισθών, με συμμετοχή
εργοδοτών και
εργαζομένων, και στόχο
αποδόσεις 3% έως 5%
ετησίως.
Παράλληλα, προτείνεται
σταδιακή σύνδεση της
ηλικίας συνταξιοδότησης
με το προσδόκιμο ζωής.
Σύμφωνα με τον
σχεδιασμό, κάθε επιπλέον
έτος ζωής θα
μεταφράζεται κατά τα δύο
τρίτα σε παράταση
εργασίας και κατά το ένα
τρίτο σε χρόνο
συνταξιοδότησης, γεγονός
που θα μπορούσε να
οδηγήσει σε ηλικία
εξόδου ακόμη και στα 70
έτη έως το τέλος του
αιώνα.
Στο τραπέζι βρίσκεται
επίσης η κατάργηση της
πρόωρης συνταξιοδότησης
στα 63 έτη χωρίς
περικοπές, η διεύρυνση
της ασφαλιστικής βάσης
με ένταξη
αυτοαπασχολούμενων και η
επιβολή εισφορών στα
λεγόμενα mini
jobs.
Παράλληλα, περιορίζεται
η δυνατότητα πρόωρης
εξόδου με 35 έτη
εργασίας, με τα όρια να
ανεβαίνουν σταδιακά.
Οι αντιδράσεις είναι
έντονες. Τα συνδικάτα
μιλούν για σχέδια «εκτός
πραγματικότητας», ενώ η
νεολαία του SPD
αντιδρά στη σύνδεση
συνταξιοδότησης και
προσδόκιμου ζωής, ειδικά
για βαριά επαγγέλματα.
Αντίθετα, εργοδοτικές
οργανώσεις και τμήμα της
πολιτικής σκηνής
χαιρετίζουν τη
μεταρρύθμιση, αν και με
επιφυλάξεις για τον
υποχρεωτικό χαρακτήρα
της κεφαλαιοποίησης.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο
τη Γερμανία. Σε ολόκληρη
την Ευρώπη, η
δημογραφική γήρανση και
η μείωση του εργατικού
πληθυσμού οδηγούν σε
σταδιακή αύξηση των
ορίων συνταξιοδότησης.
Σε πολλές χώρες του
ΟΟΣΑ, η ηλικία εξόδου
έχει ήδη φτάσει ή
ξεπεράσει τα 67 έτη, ενώ
σε κράτη όπως η Δανία, η
Ολλανδία, η Ιταλία και η
Σουηδία συνδέεται άμεσα
με το προσδόκιμο ζωής.
Η τάση είναι σαφής: για
τις νεότερες γενιές, η
μέση ηλικία
συνταξιοδότησης
εκτιμάται ότι θα
προσεγγίσει τα 66 έτη,
ενώ σε ορισμένα
συστήματα μπορεί να
κινηθεί ακόμη υψηλότερα.
Ενδεικτικά, στη Δανία
έχει ήδη θεσμοθετηθεί
σταδιακή αύξηση έως τα
70 έτη από το 2040, ενώ
εξετάζονται ακόμη
υψηλότερα όρια σε βάθος
χρόνου.
Σε αυτό το περιβάλλον,
οι δημόσιες συντάξεις
δέχονται ολοένα
μεγαλύτερη πίεση, με την
Ευρωπαϊκή Ένωση και τον
ΟΟΣΑ να προκρίνουν
συμπληρωματικά
κεφαλαιοποιητικά
συστήματα και ενίσχυση
της ιδιωτικής
αποταμίευσης. Όπως
σημειώνουν αναλυτές, το
κρίσιμο ζητούμενο δεν
είναι μόνο το ύψος των
συντάξεων, αλλά η
μακροπρόθεσμη ισορροπία
ενός συστήματος που
δοκιμάζεται από τη
δημογραφική
πραγματικότητα.
Οι εξελίξεις στη
Γερμανία λειτουργούν
έτσι ως προπομπός για το
τι μπορεί να ακολουθήσει
συνολικά στην Ευρώπη, σε
ένα ασφαλιστικό τοπίο
που αλλάζει ριζικά και
επαναπροσδιορίζει τη
σχέση εργασίας, χρόνου
και συνταξιοδότησης για
τις επόμενες δεκαετίες.
|