|
Η
απόδοση του αμερικανικού
10ετούς υποχώρησε στο
5,258%,
απομακρυνόμενη από τα
πρόσφατα υψηλά του
κύκλου, ενώ η απόδοση
του 2ετούς, που είναι
περισσότερο ευαίσθητη
στις προσδοκίες για τη
νομισματική πολιτική,
υποχώρησε στο
4,798%.
Η
αγορά εξακολουθεί να
προεξοφλεί ότι η Fed
μπορεί να επιλέξει στάση
αναμονής το φθινόπωρο,
με το ενδιαφέρον να
στρέφεται στις δηλώσεις
κορυφαίων αξιωματούχων
της κεντρικής τράπεζας
και στα πρακτικά της
τελευταίας συνεδρίασης.
Γαλλία: Η αγορά απαιτεί
υψηλότερο ασφάλιστρο
κινδύνου
Στην Ευρώπη, το
επίκεντρο παραμένει η
Γαλλία.
Η
απόδοση του γαλλικού
10ετούς ομολόγου
υποχώρησε ελαφρά, αλλά
παρέμεινε κοντά στα
υψηλότερα επίπεδα των
τελευταίων ετών, στο
4,735%.
Η
μικρή αποκλιμάκωση δεν
αλλάζει τη μεγάλη
εικόνα: οι επενδυτές
εξακολουθούν να απαιτούν
σημαντικά υψηλότερη
απόδοση για να
διακρατήσουν γαλλικό
χρέος, καθώς οι
ανησυχίες για τα δημόσια
οικονομικά της χώρας
παραμένουν έντονες.
Αντίθετα, η απόδοση του
γερμανικού 10ετούς Bund
υποχώρησε περαιτέρω, στο
3,432%,
ενισχύοντας τη διαφορά
μεταξύ των δύο χωρών.
Το
spread μεταξύ του
γαλλικού OAT και του
γερμανικού Bund
διαμορφώνεται κοντά στις
140 μονάδες
βάσης, σε
επίπεδα που παραπέμπουν
στα υψηλά της περιόδου
της κρίσης χρέους στην
Ευρώπη.
Η
εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
το γερμανικό Bund
εξακολουθεί να αποτελεί
το βασικό σημείο
αναφοράς για το «χωρίς
κίνδυνο» επιτόκιο στην
Ευρωζώνη.
Η
«φυγή προς την ποιότητα»
ευνοεί τη Γερμανία
Η
πτώση των γερμανικών
αποδόσεων αποτυπώνει τη
μετακίνηση κεφαλαίων
προς τίτλους υψηλής
πιστοληπτικής ποιότητας.
Σε
ένα περιβάλλον αυξημένης
πολιτικής και
δημοσιονομικής
αβεβαιότητας στην
Ευρώπη, οι θεσμικοί
επενδυτές εμφανίζονται
διατεθειμένοι να
αποδεχθούν χαμηλότερες
αποδόσεις προκειμένου να
περιορίσουν τον κίνδυνο.
Το
αποτέλεσμα είναι να
ενισχύεται η ζήτηση για
γερμανικό χρέος, ενώ η
Γαλλία καλείται να
προσφέρει ολοένα
υψηλότερο «ασφάλιστρο»
για να προσελκύσει
αγοραστές.
Πρόκειται για μια
εξέλιξη που δείχνει ότι
η αγορά κρατικών
ομολόγων της Ευρωζώνης
δεν λειτουργεί πλέον ως
ένα ενιαίο μπλοκ. Οι
διαφορές στη
δημοσιονομική αξιοπιστία
και στην πολιτική
σταθερότητα
μεταφράζονται άμεσα στο
κόστος δανεισμού κάθε
χώρας.
Το
γαλλικό χρέος στο
επίκεντρο
Πίσω από την
επιφυλακτικότητα των
επενδυτών βρίσκονται
κυρίως τα δημοσιονομικά
μεγέθη της Γαλλίας.
Το
δημοσιονομικό έλλειμμα
αναμένεται να
διαμορφωθεί περίπου στο
5,4% του ΑΕΠ
φέτος, ενώ το δημόσιο
χρέος κινείται κοντά στο
120% του ΑΕΠ.
Η
κυβέρνηση του
πρωθυπουργού
Sébastien Lecornu
έχει προτείνει πρόγραμμα
δημοσιονομικής
προσαρμογής ύψους
περίπου 54 δισ.
ευρώ, όμως η
υλοποίησή του
αντιμετωπίζει σημαντικές
πολιτικές δυσκολίες.
Το
πρόβλημα δεν είναι μόνο
οικονομικό. Η γαλλική
κυβέρνηση χρειάζεται να
περάσει μέτρα
περιορισμού των δαπανών
από ένα πολιτικά
κατακερματισμένο
Κοινοβούλιο, ενώ
παράλληλα η χώρα
εισέρχεται σταδιακά σε
προεκλογική περίοδο
ενόψει των προεδρικών
εκλογών του 2027.
Οι
επενδυτές φοβούνται ότι
η προσπάθεια
δημοσιονομικής
εξυγίανσης μπορεί να
οδηγήσει σε παρατεταμένη
πολιτική αντιπαράθεση,
καθυστερήσεις στη λήψη
αποφάσεων ή ακόμη και σε
κοινωνικές αντιδράσεις.
Η
αγορά ψηφίζει Bund
Έτσι, παρά την
αποκλιμάκωση των
γαλλικών αποδόσεων από
τα πρόσφατα υψηλά, η
αγορά εξακολουθεί να
στέλνει ένα σαφές
μήνυμα.
Οι
επενδυτές δεν
αντιμετωπίζουν πλέον τα
γερμανικά και τα γαλλικά
ομόλογα ως σχεδόν
ισοδύναμες επιλογές
εντός της Ευρωζώνης. Η
Γερμανία λειτουργεί ως
καταφύγιο, ενώ η Γαλλία
χρειάζεται να πληρώνει
σημαντικό premium για να
χρηματοδοτήσει το χρέος
της.
Το
spread των περίπου
140 μονάδων
βάσης αποτελεί
ίσως το πιο
χαρακτηριστικό αποτύπωμα
αυτής της
διαφοροποίησης.
Και
όσο το Παρίσι
δυσκολεύεται να πείσει
τις αγορές ότι μπορεί να
περιορίσει το έλλειμμα
και να σταθεροποιήσει το
χρέος, η ψαλίδα με το
γερμανικό Bund θα
παραμένει ένα από τα
σημαντικότερα βαρόμετρα
του επενδυτικού κινδύνου
στην Ευρώπη.
|