|
Ωστόσο, η ταχύτητα των
τελευταίων κινήσεων
είναι αυτή που
προβληματίζει.
Η Γαλλία ανοίγει το
μέτωπο
Για μεγάλο μέρος του
2026, η άνοδος των
αποδόσεων των κρατικών
ομολόγων στην Ευρωζώνη
ήταν σχετικά ομοιόμορφη.
Η ενεργειακή κρίση
ενίσχυσε τις
πληθωριστικές πιέσεις,
αυξάνοντας τις
προσδοκίες για υψηλότερα
επιτόκια, ενώ η Γαλλία
εμφάνιζε ήδη σαφώς
χειρότερη εικόνα λόγω
των δημοσιονομικών της
προβλημάτων και της
πολιτικής αβεβαιότητας.
Την περασμένη εβδομάδα,
όμως, η εικόνα
διαφοροποιήθηκε.
Οι γαλλικές αποδόσεις
κινήθηκαν εκ νέου έντονα
ανοδικά, αλλά αυτή τη
φορά η πίεση επεκτάθηκε
στην Ιταλία και
το Βέλγιο, ενώ
σε μικρότερο βαθμό
επηρεάστηκαν και τα
ελληνικά ομόλογα.
Η Γερμανία κινήθηκε
αντίθετα, καθώς οι
επενδυτές στράφηκαν προς
τα γερμανικά κρατικά
ομόλογα ως το
παραδοσιακό ευρωπαϊκό
«ασφαλές καταφύγιο».
Αυτή ακριβώς η
διαφοροποίηση έχει
σημασία για την αγορά:
δεν πρόκειται απλώς για
μια γενικευμένη άνοδο
των αποδόσεων, αλλά για
διεύρυνση των
διαφορών μεταξύ των
χωρών της Ευρωζώνης.
Το πρώτο σημάδι
μετάδοσης
«Αρχίζουμε να βλέπουμε
τα πρώτα σημάδια
μετάδοσης», εκτιμά ο
Jeff
Mueller
της Morgan
Stanley
Investment
Management.
Το ζητούμενο πλέον είναι
εάν η μεταβλητότητα θα
παραμείνει προσωρινή ή
θα εξελιχθεί σε μια πιο
παρατεταμένη αναταραχή.
Εάν οι απότομες
διακυμάνσεις στις τιμές
των ομολόγων
συνεχιστούν, οι πιέσεις
μπορεί να αρχίσουν να
επηρεάζουν όχι μόνο τις
αποδόσεις, αλλά και τη
λειτουργία της αγοράς.
Αυτό είναι που θα
μπορούσε να
κινητοποιήσει την ΕΚΤ.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα δεν ανησυχεί
μόνο για το επίπεδο των
spreads.
Περισσότερο την
ενδιαφέρει το ενδεχόμενο
οι αγορές να περάσουν
από μια ελεγχόμενη
ανατιμολόγηση του
κινδύνου σε
άτακτη και
αυτοτροφοδοτούμενη άνοδο
του κόστους δανεισμού.
Η αδύναμη δημοσιονομική
εικόνα
Η Γαλλία δεν είναι η
μόνη χώρα που βρίσκεται
αντιμέτωπη με υψηλό
χρέος και μεγάλα
δημοσιονομικά
ελλείμματα.
Η Ιταλία και το
Βέλγιο έχουν
επίσης υψηλό δημόσιο
χρέος, γεγονός που τις
καθιστά περισσότερο
ευάλωτες σε μια περίοδο
υψηλότερων επιτοκίων.
Το πρόβλημα είναι απλό:
όσο αυξάνεται το κόστος
δανεισμού, τόσο
μεγαλύτερο μέρος των
κρατικών εσόδων
κατευθύνεται στην
εξυπηρέτηση του χρέους.
Αυτό περιορίζει τον
δημοσιονομικό χώρο και
μπορεί να δημιουργήσει
έναν φαύλο κύκλο.
Υψηλότερες αποδόσεις
σημαίνουν υψηλότερες
δαπάνες τόκων, οι οποίες
επιβαρύνουν τα
δημοσιονομικά μεγέθη. Η
επιδείνωση των
δημοσιονομικών
προοπτικών μπορεί στη
συνέχεια να οδηγήσει
τους επενδυτές να
απαιτήσουν ακόμη
υψηλότερη απόδοση για να
διακρατήσουν τα ομόλογα.
Η ΕΚΤ βρίσκεται μπροστά
σε δύσκολη εξίσωση
Η αναταραχή στις αγορές
κρατικών ομολόγων
περιπλέκει και τη
νομισματική πολιτική.
Οι επενδυτές έχουν ήδη
περιορίσει τις
προσδοκίες τους για τις
επόμενες αυξήσεις
επιτοκίων της ΕΚΤ. Τα
swaps
προεξοφλούν πλέον
περίπου τρεις
αυξήσεις έως το τέλος
του επόμενου έτους,
έναντι τεσσάρων που
προβλέπονταν νωρίτερα.
Το επιχείρημα είναι ότι
η περαιτέρω αύξηση των
επιτοκίων θα μπορούσε να
ενισχύσει τις πιέσεις
στις χώρες με υψηλό
χρέος.
Ιδιαίτερα για τη Γαλλία,
μια ακόμη άνοδος του
κόστους χρήματος
σημαίνει υψηλότερες
δαπάνες εξυπηρέτησης του
χρέους, σε μια περίοδο
κατά την οποία η
δημοσιονομική προσαρμογή
είναι ήδη πολιτικά
δύσκολη.
Έτσι, η ΕΚΤ βρίσκεται
αντιμέτωπη με μια
δύσκολη ισορροπία: από
τη μία πλευρά πρέπει να
αντιμετωπίσει τον
πληθωρισμό και από την
άλλη να αποφύγει μια
απότομη επιδείνωση των
συνθηκών χρηματοδότησης
που θα μπορούσε να
μετατραπεί σε πρόβλημα
χρηματοπιστωτικής
σταθερότητας.
Θα μπορούσε να «παγώσει»
η ποσοτική σύσφιξη;
Εάν οι πιέσεις ενταθούν,
ένα από τα εργαλεία που
θα μπορούσε να εξετάσει
η ΕΚΤ είναι η προσωρινή
διακοπή της
ποσοτικής σύσφιξης (QT).
Σήμερα, όταν λήγουν
ομόλογα που έχει
αποκτήσει η ΕΚΤ, δεν
επανεπενδύει πλήρως τα
ποσά που εισπράττει.
Αυτό σημαίνει ότι
σταδιακά μειώνεται το
χαρτοφυλάκιο κρατικών
τίτλων της.
Σε μια περίοδο έντονης
αναταραχής, η προσωρινή
διακοπή αυτής της
διαδικασίας θα μπορούσε
να περιορίσει την
πρόσθετη προσφορά
ομολόγων που πρέπει να
απορροφήσει η αγορά.
Δεν θα αποτελούσε άμεση
λύση στα δημοσιονομικά
προβλήματα των κρατών,
αλλά θα μπορούσε να
λειτουργήσει ως
μηχανισμός
σταθεροποίησης της
αγοράς.
Το «όπλο» του TPI
Ακόμη σημαντικότερο
είναι ότι η ΕΚΤ διαθέτει
πλέον το Μέσο
Προστασίας της Μετάδοσης
(TPI).
Το εργαλείο
δημιουργήθηκε το 2022
ακριβώς για να
αντιμετωπίζει
«αδικαιολόγητες και
άτακτες» κινήσεις στις
αγορές κρατικών ομολόγων
και θεωρητικά επιτρέπει
στην ΕΚΤ να
πραγματοποιεί αγορές
τίτλων σε μεγάλη
κλίμακα.
Το TPI
δεν έχει χρησιμοποιηθεί
μέχρι σήμερα.
Η ύπαρξή του, ωστόσο,
θεωρείται ένας από τους
βασικούς λόγους για τους
οποίους μια επανάληψη
της κρίσης χρέους της
προηγούμενης δεκαετίας
θεωρείται πολύ λιγότερο
πιθανή.
Η διαφορά σε σχέση με το
2011-2012 είναι
σημαντική: η αγορά
γνωρίζει πλέον ότι
υπάρχει ένας μηχανισμός
παρέμβασης εφόσον οι
συνθήκες εξελιχθούν σε
άτακτη κρίση.
Για τη Γαλλία το
TPI
δεν είναι «λευκή
επιταγή»
Υπάρχει όμως μια
σημαντική λεπτομέρεια.
Η ΕΚΤ δεν μπορεί να
λειτουργήσει ως
υποκατάστατο της
δημοσιονομικής πολιτικής
μιας χώρας.
Στην περίπτωση της
Γαλλίας, μεγάλο μέρος
της πίεσης αποδίδεται σε
εσωτερικά
δημοσιονομικά και
πολιτικά προβλήματα.
Επομένως, μια άμεση
παρέμβαση της ΕΚΤ υπέρ
των γαλλικών ομολόγων θα
ήταν πολύ πιο δύσκολη να
δικαιολογηθεί εάν η
άνοδος των
spreads
θεωρηθεί αποτέλεσμα των
ίδιων των δημοσιονομικών
επιλογών της χώρας.
Διαφορετική θα ήταν η
περίπτωση εάν η γαλλική
αναταραχή άρχιζε να
μεταδίδεται σε άλλες
αγορές και να δημιουργεί
ευρύτερη, άτακτη
δυσλειτουργία στην αγορά
κρατικών τίτλων της
Ευρωζώνης.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται
και το όριο της
σημερινής πολιτικής της
ΕΚΤ.
Τα hedge
funds
ενισχύουν τη
μεταβλητότητα
Ένας ακόμη παράγοντας
που βρίσκεται στο
μικροσκόπιο είναι η
αυξημένη παρουσία των
hedge
funds
στην αγορά κρατικών
ομολόγων.
Οι στρατηγικές
carry
trade
έχουν γίνει ιδιαίτερα
δημοφιλείς, με επενδυτές
να τοποθετούνται σε
ομόλογα χωρών όπως η
Ιταλία, η Ισπανία και η
Γαλλία προκειμένου να
επωφεληθούν από τις
υψηλότερες αποδόσεις
τους σε σχέση με τους
γερμανικούς τίτλους.
Όσο η αγορά παραμένει
ήρεμη, οι στρατηγικές
αυτές μπορούν να
αποφέρουν σημαντικές
αποδόσεις.
Όταν όμως η
μεταβλητότητα αυξάνεται
απότομα, το πλεονέκτημα
αντιστρέφεται.
Οι μοχλευμένες θέσεις
αρχίζουν να κλείνουν, οι
επενδυτές περιορίζουν
τον κίνδυνο και οι
πωλήσεις μπορεί να
ενισχύσουν περαιτέρω την
πτώση των τιμών.
Έτσι, μια αρχική
μεταβολή των
spreads
μπορεί να μετατραπεί σε
ταχεία
εκκαθάριση θέσεων,
εντείνοντας τη
μεταβλητότητα πολύ
περισσότερο από ό,τι θα
δικαιολογούσαν τα
θεμελιώδη μεγέθη.
Το κρίσιμο τεστ των
επόμενων ημερών
Παρά την έντονη
αναταραχή, δεν υπάρχει
ακόμη ένδειξη ότι η
Ευρώπη βρίσκεται μπροστά
σε μια νέα κρίση χρέους
ανάλογη με εκείνη του
2011-2012.
Τα spreads
παραμένουν σε σαφώς
χαμηλότερα επίπεδα και η
αγορά εμφάνισε σημάδια
σταθεροποίησης ήδη από
την Παρασκευή.
Το ζητούμενο, επομένως,
δεν είναι τόσο η
σημερινή εικόνα όσο η
διάρκεια και η
διάχυση της
μεταβλητότητας.
Εάν η πίεση περιοριστεί
στη Γαλλία και σε λίγες
ακόμη αγορές, είναι
πιθανό να αντιμετωπιστεί
ως ανατιμολόγηση του
δημοσιονομικού κινδύνου.
Εάν όμως η άνοδος των
spreads
συνεχιστεί και επεκταθεί
ευρύτερα, τότε η ΕΚΤ θα
βρεθεί μπροστά σε ένα
πολύ δυσκολότερο
δίλημμα.
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται
ακόμη σε κρίση χρέους.
Όμως η αγορά μόλις
έστειλε το πρώτο
προειδοποιητικό σήμα ότι
η εποχή των υψηλότερων
επιτοκίων και των
μεγάλων δημοσιονομικών
ελλειμμάτων μπορεί να
αρχίσει να δοκιμάζει
ξανά την αντοχή των
ευρωπαϊκών ομολόγων.
|